Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Τα «κλεμμένα μωρά» της Ισπανίας

Στις 6 Ιουνίου του 1969, η Ισπανία ζει τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο. Σε μια κλινική στη Μαδρίτη, μια γυναίκα γεννά ένα κοριτσάκι που δεν θα ξαναδεί ποτέ. Λίγα είναι γνωστά για το τι συνέβη με τη μητέρα αυτή, αλλά σχεδόν 50 χρόνια αργότερα, η κόρη της, Ινές Μαδριγάλ, δίνει κατάθεση σε μια συγκλονιστική δίκη.
Πρόκειται για την πρώτη δίκη για τα «κλεμμένα μωρά» της
Ισπανίας, που αποτελούν μία από τις μαύρες σελίδες της δικτατορίας του Φράνκο και της Καθολικής Εκκλησίας. Κατηγορούμενος ο 85χρονος Εδουάρδο Βέλα, πρώην γυναικολόγος που κατηγορείται ότι χώρισε την Ινές από τη βιολογική της μητέρα. Ο Βέλα φέρεται να έδωσε το μωρό ως «δώρο» σε ένα ζευγάρι, που δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει. Ο ίδιος ωστόσο αρνείται τις κατηγορίες.
Ο γιατρός αυτός, ο οποίος είχε από καιρό καταγγελθεί από τον Τύπο και ενώσεις, είναι ο πρώτος που κάθεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου χάρη στη μαρτυρία της μητέρας της Ινές Μαντριγκάλ, της Ινές Πέρεθ, η οποία έχει πλέον πεθάνει. Η Πέρεθ, η οποία δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδί, αφηγήθηκε πως ο γιατρός Βέλα της είχε προτείνει να της δώσει ένα μωρό. Της είχε ζητήσει να προσποιηθεί πως ήταν έγκυος και μετά την είχε δηλώσει ως τη βιολογική μητέρα του νεογέννητου.
Παρά την κινηματογραφική πλοκή της υπόθεσης, δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ένα δίκτυο εμπορίας παιδιών πιστεύεται ότι είχε εμπλέξει γιατρούς, νοσοκόμες, μοναχούς, ιερείς και αξιωματούχους, που έπαιρναν τα νεογέννητα από τις «ακατάλληλες» μητέρες τους, που συχνά ήταν κομουνίστριες ή αριστερές, για να τα εμπιστευθούν σε θετές οικογένειες.

Παρόλο που δεν υπάρχουν επίσημα νούμερα, ο σύλλογος SOS Stolen Babies εκτιμά ότι από το 1939 μέχρι και τη δεκαετία του 1990 εκλάπησαν 300.000 μωρά από τους γονείς τους στην Ισπανία.
Οι ρίζες αυτών των εγκλημάτων χρονολογούνται από την περίοδο του Φρανκισμού, όταν οι ισπανοί φασίστες προσπαθούσαν να αποδείξουν τις ευγονικές θεωρίες της ψυχικής κατωτερότητας των αντιφρονούντων. Ήταν μια άποψη που υπερασπίστηκε και προώθησε ο στρατιωτικός ψυχίατρος Αντόνιο Βαγιέχο Νάγερα, γνωστός και ως «ο ισπανικός Μένγκελε», ο οποίος διηύθυνε το γραφείο ψυχολογικής έρευνας του Φράνκο. Ισχυρίστηκε ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις που προωθούνται στις αριστερές οικογένειες θα μπορούσαν να «καταπνίξουν» τα παιδιά και να «βλάψουν την ψυχική υγεία των μελλοντικών γενεών».
Ο Βαγιέχο Νάγερα πίστευε επίσης ότι οι γυναίκες είχαν μια «ατροφική νοημοσύνη» και ο μοναδικός σκοπός της ζωής τους ήταν η τεκνοποίηση. Αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο βοηθάει στην σκιαγράφηση του προφίλ των γυναικών που υιοθετούσαν τα μωρά, εύπορες στην πλειοψηφία τους, οι οποίες μεγάλωσαν σε μια καθολική χώρα και δεν μπόρεσαν να έχουν δικά τους παιδιά. Η κοινωνική πίεση ήταν ακραία, η ανδρική στειρότητα δεν είχε καν εξεταστεί τότε και η τεκνοποίηση ήταν ο μοναδικός τρόπος για να εκπληρώσει το χρέος της μια γυναίκα σε μια ευλαβικά χριστιανική κοινωνία.
Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως ένα ιδεολογικά καθοδηγούμενο σχέδιο για να «καθαρίσει» η Ισπανία  από μια κατώτερη φυλή (τους αριστερούς) μετατράπηκε γρήγορα σε κερδοφόρα επιχείρηση. Τα νεογέννητα παιδιά απομακρύνθηκαν από τις μητέρες τους χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Τους έλεγαν ότι το μωρό γεννήθηκε νεκρό ή ότι πέθανε λίγο μετά τη γέννα.

Τις περισσότερες φορές, τα νεογέννητα εγγράφονταν στα χαρτιά ως το βιολογικό παιδί της νέας οικογένειας, η οποία πλήρωνε υπέρογκα χρηματικά ποσά για να τα αποκτήσει. Υπήρχαν βέβαια και πολλές οικογένειες που εξαπατήθηκαν και πίστευαν ότι υιοθετούσαν νόμιμα τα παιδιά.
Αυτές οι πράξεις αντιπροσωπεύουν ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της δικτατορίας του Φράνκο. Αλλά οι ιδεολογικές της ρίζες έχουν πολλές ομοιότητες με αντίστοιχες περιπτώσεις στη Λατινική Αμερική στη δεκαετία του 1970 και του 1980, όταν τα παιδιά των αντιφρονούντων δόθηκαν για υιοθεσία στους υποστηρικτές των εκάστοτε καθεστώτων, τόσο στην Αργεντινή όσο στη Χιλή και την Ουρουγουάη.
Ειδικότερα, το φαινόμενο επαναλήφθηκε στην Αργεντινή στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας που διήρκεσε από το 1976 μέχρι το 1983. Οι αρχές άρπαξαν περίπου 500 νεογέννητα από κρατούμενες και τα έδωσαν για υιοθεσία σε οικογένειες στρατιωτικών ή πολιτών που στήριζαν τη δικτατορία.
Όμως, όπως συμβαίνει με όλα τα διδακτορικά καθεστώτα σε όλο τον κόσμο, αυτά τα παρόνομα εγκλήματα συγκαλύφθηκαν. Μάλιστα πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι μετά τον θάνατο του Φράνκο το 1975, τα κυκλώματα συνέχισαν τη δράση τους κατά τη διάρκεια της ισπανικής δημοκρατίας στη δεκαετία του 1980 και του 1990.


Η κληρονομιά του Φράνκο

Μεταξύ των πολλών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα θύματα, η έλλειψη θεσμικής υποστήριξης στην Ισπανία είναι μάλλον μια από τις πιο σοβαρές. Τα αποδεικτικά στοιχεία για την έκταση του δικτύου εξακολουθούν να είναι ασαφή και η ισπανική καθολική εκκλησία έχει μέχρι στιγμής αρνηθεί την πρόσβαση στους φακέλους της.
Οι παλαιότερες υποψίες για το σκάνδαλο δεν είχαν δει ποτέ πιο πριν το φως της δημοσιότητας και η αστυνομία έκλεισε τις υποθέσεις αυτού του εγκληματικού δικτύου, που περιλάμβανε πολιτικούς, δικηγόρους και γιατρούς. Ωστόσο, παρά τις πρόσφατες δημόσιες υποσχέσεις, δεν έχουν γίνει πολλά για την υποστήριξη της υπόθεσης.
Κάτι τόσο απλό όσο μια βάση δεδομένων DNA για να διευκολυνθεί η αποσαφήνιση της κληρονομιάς, φαίνεται ότι είναι δύσκολη υπόθεση στην Ισπανία. Η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων και το καθεστώς των περιορισμών έκανε σχεδόν όλες τις υποθέσεις να μείνουν στο ράφι.
Οι οργανώσεις που ασχολούνται με την αποκατάσταση της αλήθειας πάνω στο θέμα, υποστηρίζουν ότι έχουν κατατεθεί τουλάχιστον 2.000 καταγγελίες, αλλά κανένας δεν έχει δικαστεί. Όμως η παρουσία του Βέλα στο δικαστήριο τον Ιούνιο του 2018 σηματοδοτεί μια νέα αρχή για την ισπανική δικαιοσύνη. Πολλές από τις «κατεψυγμένες» περιπτώσεις θα μπορούσαν τώρα να έχουν άλλη μία ευκαιρία. Για τον Βέλα, οι εισαγγελείς επιδιώκουν 11ετή φυλάκιση για παράνομη κράτηση ανηλίκου, παραποίηση επίσημων εγγράφων και πιστοποιήσεις για ανύπαρκτες γέννες.
Μέχρι στιγμής, η μόνη που έχει καταδικαστεί σε σχέση με αυτές τις υποθέσεις είναι η Ασενσιόν Λόπες, ένα από τα «κλεμμένα μωρά», η οποία κατηγορήθηκε για δυσφήμιση μιας καλόγριας. Το δικαστήριο έκρινε ότι κατηγόρησε λανθασμένα την καλόγρια, όταν υποστήριξε ότι τη χώρισε από τη βιολογική της μητέρα και την παρέδωσε στους ηλικιωμένους θετούς της γονείς το 1962.
Η νεοσύστατη ισπανική σοσιαλιστική κυβέρνηση έχει υποσχεθεί να ασχοληθεί διεξοδικά με το θέμα των κλεμμένων μωρών και τα θύματα της υπόθεσης. Ωστόσο, πολλοί από τους κατηγορούμενους δεν ζουν πια και οι οικογένειες φοβούνται ότι η δικαιοσύνη δεν θα αποδοθεί.

Στις 6 Ιουνίου του 1969, η Ισπανία ζει τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο. Σε μια κλινική στη Μαδρίτη, μια γυναίκα γεννά ένα κοριτσάκι που δεν θα ξαναδεί ποτέ. Λίγα είναι γνωστά για το τι συνέβη με τη μητέρα αυτή, αλλά σχεδόν 50 χρόνια αργότερα, η κόρη της, Ινές Μαδριγάλ, δίνει κατάθεση σε μια συγκλονιστική δίκη.


Πρόκειται για την πρώτη δίκη για τα «κλεμμένα μωρά» της Ισπανίας, που αποτελούν μία από τις μαύρες σελίδες της δικτατορίας του Φράνκο και της Καθολικής Εκκλησίας. Κατηγορούμενος ο 85χρονος Εδουάρδο Βέλα, πρώην γυναικολόγος που κατηγορείται ότι χώρισε την Ινές από τη βιολογική της μητέρα. Ο Βέλα φέρεται να έδωσε το μωρό ως «δώρο» σε ένα ζευγάρι, που δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει. Ο ίδιος ωστόσο αρνείται τις κατηγορίες.
Ο γιατρός αυτός, ο οποίος είχε από καιρό καταγγελθεί από τον Τύπο και ενώσεις, είναι ο πρώτος που κάθεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου χάρη στη μαρτυρία της μητέρας της Ινές Μαντριγκάλ, της Ινές Πέρεθ, η οποία έχει πλέον πεθάνει. Η Πέρεθ, η οποία δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδί, αφηγήθηκε πως ο γιατρός Βέλα της είχε προτείνει να της δώσει ένα μωρό. Της είχε ζητήσει να προσποιηθεί πως ήταν έγκυος και μετά την είχε δηλώσει ως τη βιολογική μητέρα του νεογέννητου.
Παρά την κινηματογραφική πλοκή της υπόθεσης, δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ένα δίκτυο εμπορίας παιδιών πιστεύεται ότι είχε εμπλέξει γιατρούς, νοσοκόμες, μοναχούς, ιερείς και αξιωματούχους, που έπαιρναν τα νεογέννητα από τις «ακατάλληλες» μητέρες τους, που συχνά ήταν κομουνίστριες ή αριστερές, για να τα εμπιστευθούν σε θετές οικογένειες.

Παρόλο που δεν υπάρχουν επίσημα νούμερα, ο σύλλογος SOS Stolen Babies εκτιμά ότι από το 1939 μέχρι και τη δεκαετία του 1990 εκλάπησαν 300.000 μωρά από τους γονείς τους στην Ισπανία.
Οι ρίζες αυτών των εγκλημάτων χρονολογούνται από την περίοδο του Φρανκισμού, όταν οι ισπανοί φασίστες προσπαθούσαν να αποδείξουν τις ευγονικές θεωρίες της ψυχικής κατωτερότητας των αντιφρονούντων. Ήταν μια άποψη που υπερασπίστηκε και προώθησε ο στρατιωτικός ψυχίατρος Αντόνιο Βαγιέχο Νάγερα, γνωστός και ως «ο ισπανικός Μένγκελε», ο οποίος διηύθυνε το γραφείο ψυχολογικής έρευνας του Φράνκο. Ισχυρίστηκε ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις που προωθούνται στις αριστερές οικογένειες θα μπορούσαν να «καταπνίξουν» τα παιδιά και να «βλάψουν την ψυχική υγεία των μελλοντικών γενεών».

Ο Βαγιέχο Νάγερα πίστευε επίσης ότι οι γυναίκες είχαν μια «ατροφική νοημοσύνη» και ο μοναδικός σκοπός της ζωής τους ήταν η τεκνοποίηση. Αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο βοηθάει στην σκιαγράφηση του προφίλ των γυναικών που υιοθετούσαν τα μωρά, εύπορες στην πλειοψηφία τους, οι οποίες μεγάλωσαν σε μια καθολική χώρα και δεν μπόρεσαν να έχουν δικά τους παιδιά. Η κοινωνική πίεση ήταν ακραία, η ανδρική στειρότητα δεν είχε καν εξεταστεί τότε και η τεκνοποίηση ήταν ο μοναδικός τρόπος για να εκπληρώσει το χρέος της μια γυναίκα σε μια ευλαβικά χριστιανική κοινωνία.
Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως ένα ιδεολογικά καθοδηγούμενο σχέδιο για να «καθαρίσει» η Ισπανία  από μια κατώτερη φυλή (τους αριστερούς) μετατράπηκε γρήγορα σε κερδοφόρα επιχείρηση. Τα νεογέννητα παιδιά απομακρύνθηκαν από τις μητέρες τους χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Τους έλεγαν ότι το μωρό γεννήθηκε νεκρό ή ότι πέθανε λίγο μετά τη γέννα.

Τις περισσότερες φορές, τα νεογέννητα εγγράφονταν στα χαρτιά ως το βιολογικό παιδί της νέας οικογένειας, η οποία πλήρωνε υπέρογκα χρηματικά ποσά για να τα αποκτήσει. Υπήρχαν βέβαια και πολλές οικογένειες που εξαπατήθηκαν και πίστευαν ότι υιοθετούσαν νόμιμα τα παιδιά.
Αυτές οι πράξεις αντιπροσωπεύουν ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της δικτατορίας του Φράνκο. Αλλά οι ιδεολογικές της ρίζες έχουν πολλές ομοιότητες με αντίστοιχες περιπτώσεις στη Λατινική Αμερική στη δεκαετία του 1970 και του 1980, όταν τα παιδιά των αντιφρονούντων δόθηκαν για υιοθεσία στους υποστηρικτές των εκάστοτε καθεστώτων, τόσο στην Αργεντινή όσο στη Χιλή και την Ουρουγουάη.
Ειδικότερα, το φαινόμενο επαναλήφθηκε στην Αργεντινή στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας που διήρκεσε από το 1976 μέχρι το 1983. Οι αρχές άρπαξαν περίπου 500 νεογέννητα από κρατούμενες και τα έδωσαν για υιοθεσία σε οικογένειες στρατιωτικών ή πολιτών που στήριζαν τη δικτατορία.
Όμως, όπως συμβαίνει με όλα τα διδακτορικά καθεστώτα σε όλο τον κόσμο, αυτά τα παρόνομα εγκλήματα συγκαλύφθηκαν. Μάλιστα πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι μετά τον θάνατο του Φράνκο το 1975, τα κυκλώματα συνέχισαν τη δράση τους κατά τη διάρκεια της ισπανικής δημοκρατίας στη δεκαετία του 1980 και του 1990.


Η κληρονομιά του Φράνκο

Μεταξύ των πολλών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα θύματα, η έλλειψη θεσμικής υποστήριξης στην Ισπανία είναι μάλλον μια από τις πιο σοβαρές. Τα αποδεικτικά στοιχεία για την έκταση του δικτύου εξακολουθούν να είναι ασαφή και η ισπανική καθολική εκκλησία έχει μέχρι στιγμής αρνηθεί την πρόσβαση στους φακέλους της.
Οι παλαιότερες υποψίες για το σκάνδαλο δεν είχαν δει ποτέ πιο πριν το φως της δημοσιότητας και η αστυνομία έκλεισε τις υποθέσεις αυτού του εγκληματικού δικτύου, που περιλάμβανε πολιτικούς, δικηγόρους και γιατρούς. Ωστόσο, παρά τις πρόσφατες δημόσιες υποσχέσεις, δεν έχουν γίνει πολλά για την υποστήριξη της υπόθεσης.
Κάτι τόσο απλό όσο μια βάση δεδομένων DNA για να διευκολυνθεί η αποσαφήνιση της κληρονομιάς, φαίνεται ότι είναι δύσκολη υπόθεση στην Ισπανία. Η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων και το καθεστώς των περιορισμών έκανε σχεδόν όλες τις υποθέσεις να μείνουν στο ράφι.
Οι οργανώσεις που ασχολούνται με την αποκατάσταση της αλήθειας πάνω στο θέμα, υποστηρίζουν ότι έχουν κατατεθεί τουλάχιστον 2.000 καταγγελίες, αλλά κανένας δεν έχει δικαστεί. Όμως η παρουσία του Βέλα στο δικαστήριο τον Ιούνιο του 2018 σηματοδοτεί μια νέα αρχή για την ισπανική δικαιοσύνη. Πολλές από τις «κατεψυγμένες» περιπτώσεις θα μπορούσαν τώρα να έχουν άλλη μία ευκαιρία. Για τον Βέλα, οι εισαγγελείς επιδιώκουν 11ετή φυλάκιση για παράνομη κράτηση ανηλίκου, παραποίηση επίσημων εγγράφων και πιστοποιήσεις για ανύπαρκτες γέννες.
Μέχρι στιγμής, η μόνη που έχει καταδικαστεί σε σχέση με αυτές τις υποθέσεις είναι η Ασενσιόν Λόπες, ένα από τα «κλεμμένα μωρά», η οποία κατηγορήθηκε για δυσφήμιση μιας καλόγριας. Το δικαστήριο έκρινε ότι κατηγόρησε λανθασμένα την καλόγρια, όταν υποστήριξε ότι τη χώρισε από τη βιολογική της μητέρα και την παρέδωσε στους ηλικιωμένους θετούς της γονείς το 1962.
Η νεοσύστατη ισπανική σοσιαλιστική κυβέρνηση έχει υποσχεθεί να ασχοληθεί διεξοδικά με το θέμα των κλεμμένων μωρών και τα θύματα της υπόθεσης. Ωστόσο, πολλοί από τους κατηγορούμενους δεν ζουν πια και οι οικογένειες φοβούνται ότι η δικαιοσύνη δεν θα αποδοθεί.

Μάρθα Κίσκιλα
TVXS
16/7/2018