Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Το χαρτόνι

Είχαν μοιραστεί πολλά κρύα βράδια το ίδιο κομμάτι χαρτονιού. Είχαν στριμωχτεί πάνω του αγκαλιασμένοι, ζέσταιναν ο ένας τον άλλον, προσπαθώντας να ξεχάσουν πως κοιμόνταν πάνω στο παγωμένο, μουσκεμένο πεζοδρόμιο. Είχαν κλέψει μαζί, σαν συμμορία ανηλίκων, τα σάντουιτς που άφηναν στο παγκάκι τα πιτσιρίκια που έπαιζαν μπάλα. Είχαν διακόψει αδιάκριτα ζευγάρια που φιλιόνταν για να τους ζητήσουν, όχι φαγητό, αλλά κανένα χάδι.
Και είχαν τσακωθεί κάποιες φορές για μια μπουκιά, τις μέρες που η πείνα ήταν πιο δυνατή κι απ’ την φιλία τους.
Δεν ήταν αδέρφια, αλλά όλοι έτσι νόμιζαν.
Νεαροί, δυνατοί και μεγαλόσωμοι, έμοιαζαν. Με ουλές στα μούτρα από τσακωμούς, που μόνο ομορφότερους τους έκαναν. Τα ονόματα τους; Πολλά. Σε κάθε γειτονιά τους φώναζαν αλλιώς και άκουγαν σε όλα. Eυγενικοί, ωραίοι αλήτες, πανέξυπνοι, ήξεραν πως να γοητεύουν την κυρία στο Κολωνάκι για να τους ταίζει φιλέτα που περίσσευαν απ’τα Κυριακάτικα τραπέζια, αλλά και πως να χώνονται στις παρέες των Εξαρχείων που ξενυχτούσαν πίνοντας μπύρες στα παγκάκια.
Και ένα βράδυ με φορτωμένο ουρανό, ξεκίνησαν βιαστικά για το μέρος που κρύβονταν όταν έβρεχε. Μια είσοδος πολυκατοικίας. Στον δρόμο τους πρόλαβε η βροχή που μέσα σε λεπτά έγινε καταιγίδα. Μια λεωφόρος τους χώριζε απ’ τον προορισμό τους.
Ο ένας πέρασε απέναντι.
Ο άλλος όχι.
Γύρισε και είδε τον φίλο του ξαπλωμένο στην μέση του δρόμου, ακίνητο.
Μέσα από το αυτοκίνητο που τον χτύπησε βγήκε ένα ζευγάρι. Η γυναίκα ούρλιαζε. Ο άντρας κρατούσε το κεφάλι του και στεκόταν σαστισμένος πάνω απ’τον αδερφό του. Και ξαφνικά τον πήρε αγκαλιά και τον έβαλε στο αμάξι.
Τους κυνήγησε, έτρεξε πίσω τους, διέσχισαν όλη την πόλη. Το αμάξι έτρεχε σαν δαιμονισμένο. Μετά από χιλιόμετρα τους έχασε.
Τον έχασε.
Με τον καιρό έχασε και την μυρωδιά του απ’το χαρτόνι τους, από τα στέκια και τις διαδρομές τους. Την έχασε, όμως δεν την ξέχασε.
Με τα καιρό άλλαξε γειτονιές, ονόματα, ωράρια, φίλους και αγέλες. Άλλαξε και αυτός, μεγάλωσε, δεν είχε πια δυνάμεις.
Πέρασαν χρόνια και ένα μεσημέρι Κυριακής, αραγμένος πάνω στο χαρτόνι του σε μια πλατεία με πολύ κόσμο, μέσα από τις χιλιάδες μυρωδιές, από τα εστιατόρια, τα αρώματα των γυναικών και τα γλυκά των παιδιών, μύρισε κάτι, κάποιον. Η μυρωδιά αυτή τον ξύπνησε, τον τάραξε.
Και τον είδε.
Δεν είχε αλλάξει πολύ, λές και ήταν σαν τότε. Φαινόταν ακόμα νέος και δυνατός, (μόνο που λίγο κούτσαινε, μια ιδέα, το ένα πόδι...), πεντακάθαρος και χτενισμένος. Τον κράταγε ένας άντρας από το λουρί και δίπλα τους μια γυναίκα με δύο παιδάκια. Η οικογένεια του.
Έμειναν και οι δύο ακίνητοι. Ο άντρας τον τράβηξε “Έλα Τζάκο, προχωράμε”. Και λές και κατάλαβε, μόλις τους είδε πως κοιτούσαν ο ένας τον άλλον στα μάτια, κατάλαβε και σταμάτησε.
“Πές μου πως είσαι; Πως τα καταφέρνεις;”
“Όπως τα ξέρεις. Δύσκολα, αλλά αυτή είναι η ζωή που ξέρω. Δεν ελπίζω σε κάτι άλλο. Είναι η τύχη.”
“Δεν είναι η τύχη. Ζωές δεν σώζονται από τύχη. Οι ζωές μας είναι στα χέρια των ανθρώπων. Αλλά δεν έχουν χρόνο. Κυνηγάνε άπιαστους στόχους, γίνονται ματαιόδοξοι, ξεχνιούνται στον εγωισμό τους. Αφήνουν τα όμορφα να χάνονται. ‘Ομως υπάρχουν και αυτοί που εκτιμούν και τα λίγα. Αυτούς δεν τους τρομάζει η φτώχεια μας, την βλέπουν μεγαλείο.
Μην αλλάξεις για κανέναν. Πρόσεχε τις κακοτοπιές και περίμενε.
Αν σώθηκε έστω και ένας από μας υπάρχει ελπίδα για όλους.”
Τους κοίταζε που απομακρύνονταν ώσπου δεν τους έβλεπε πιά. Γύρισε και κοίταξε το χαρτόνι δίπλα του που ήταν άδειο. Το μύρισε ψάχνοντας την μυρωδιά του αδερφού του.
Και τότε συνειδητοποίησε πως όλα αυτά τα χρόνια, σε όλα τα χαρτόνια που είχε για κρεβάτι, ποτέ δεν είχε απλωθεί, έμενε πάντα στο μισό. Σαν να΄ταν πάντα δίπλα του αυτός, ο αδερφός του.
Κοιμήθηκε και ονειρεύτηκε.

(Για όλους αυτούς που δεν πρόλαβαν.)
-Κείμενο Άννα Μπιτσάνη.

-Φωτογραφία του Matt Cardy, από την σειρά πορτρέτων αδέσποτων σκύλων της Αθήνας

Αφιέρωμα στους Irish Times, Φεβρουάριος 2015.


Κορινθία Προστασία Αστικής Πανίδας