Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Πίσω από τις προκαταλήψεις και τις γενικεύσεις…

..Η χυδαιότητα του λόγου, ο συναισθηματικός εκβιασμός, ο μισαλλόδοξος εθνικισμός είναι αποτελέσματα της αποτυχίας της συστημικής Δεξιάς, που, παρά τη φτωχοποίηση που οι πολιτικές της επέβαλαν στους λαούς, επιμένει στο business as usual. Όπως έγινε και με τον φασισμό στον Μεσοπόλεμο, η ανοχή της επίσημης Δεξιάς βοήθησε τον Φάρατζ και τον Τραμπ να κυριαρχήσουν στον δημόσιο διάλογο




Κώστας Δουζίνας*



Είναι λαϊκιστής ο Φάρατζ ή ο Τσίπρας, ο Μελανσόν ή ο Γκρίλο; Πρόσφατο άρθρο στους «New York Times» είχε τον τίτλο «Πάπας Φραγκίσκος και Τραμπ: Λαϊκιστές ηγέτες που κηρύσσουν
αποκλίνοντα μηνύματα». Δεν υπάρχουν πολλοί πολιτικοί που θα αρνούνταν τη σύγκριση με τον Πάπα. Αλλά με τον Τραμπ; Ο τίτλος της έγκυρης εφημερίδας δείχνει τη σύγχυση γύρω από τον όρο. Ο αστερισμός του λαϊκισμού φαίνεται να χωράει καλούς και κακούς. Στην Ελλάδα ο όρος έχει γίνει μια γενικόλογη κατηγορία, συνώνυμο του «πολιτικού που μισούμε».
Η κοινότοπη άποψη πιστεύει ότι λαϊκισμός είναι να υπόσχεσαι τα πάντα στους πάντες. Το «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα», οι συνεχείς μειώσεις του συνταξιοδοτικού ορίου για προνομιούχες κατηγορίες, η απύθμενη και καταστροφική παροχολογία των σαράντα μεταπολιτευτικών χρόνων έκαναν τον όρο γνωστό και του έδωσαν το κακό όνομα. Εδώ ανήκει ο ακροδεξιός λαϊκισμός. Ο Φάρατζ, ο Τραμπ ή ο Βίλντερς ισχυρίζονται ότι είναι αποκλειστικοί εκφραστές και εκπρόσωποι του «αυθεντικού» λαού, μιας σιωπηρής και ξεχασμένης πλειοψηφίας ενάντια στην ανηθικότητα, την αδιαφορία και τη διαφθορά των ελίτ – παρόλο που ο Τραμπ είναι δισεκατομμυριούχος και ο Φάρατζ πάμπλουτος πρώην τραπεζίτης. Οι ακροδεξιοί σχηματοποιούν λαϊκές αγωνίες και παράπονα και τα μετατρέπουν σε προκαταλήψεις και εχθρότητα κατά του διαφορετικού. Ετσι η κοινωνία χωρίζεται σε τρία στρατόπεδα: λαός, ελίτ και μειονότητες. Το κατεστημένο αντιστρατεύεται τα λαϊκά συμφέροντα και υποστηρίζει δήθεν τους μετανάστες, τους μουσουλμάνους, τους γκέι, την πολιτική ορθότητα. Ο αυταρχικός λαϊκισμός διαιρεί την κοινωνία χρησιμοποιώντας τον φόβο, την αγανάκτηση, την οργή. Μετατρέπει την εύλογη ανησυχία των εργαζόμενων για το μέλλον σε ξενοφοβία, ρατσισμό, μίσος για τον άλλο. Πρέπει να προσθέσουμε ότι η χυδαιότητα του λόγου, ο συναισθηματικός εκβιασμός, ο μισαλλόδοξος εθνικισμός είναι αποτελέσματα της αποτυχίας της συστημικής Δεξιάς, που, παρά τη φτωχοποίηση που οι πολιτικές της επέβαλαν στους λαούς, επιμένει στο business as usual. Οπως έγινε και με τον φασισμό στον Μεσοπόλεμο, η ανοχή της επίσημης Δεξιάς βοήθησε τον Φάρατζ και τον Τραμπ να κυριαρχήσουν στον δημόσιο διάλογο.
Η απόσταση του αριστερού από τον δεξιό λαϊκισμό είναι τεράστια. Ο ριζοσπαστικός λαϊκισμός αποτελεί στρατηγική προσαρμογή στις τεράστιες αλλαγές της παραγωγικής διαδικασίας και της ταξικής διαστρωμάτωσης. Στον βιομηχανικό καπιταλισμό η «γενική διάνοια», η επιστήμη και η τεχνολογία ενσωματώνονται στις μηχανές. Σήμερα η νοητική εργασία και δικτύωση, η επιστήμη, η επικοινωνία και οι ιδέες απέκτησαν άμεση υλική πραγματικότητα και εμπορευματική αξία. Η γενική διάνοια έχει γίνει κεντρική παραγωγική δύναμη, ενσωματωμένη στη ζωή των εργαζόμενων και στις οριζόντιες δικτυώσεις του μεταφορντικού μοντέλου. Ετσι οι αναπτυγμένες κοινωνίες γίνονται οικονομίες υπηρεσιών (στην Ελλάδα οι υπηρεσίες αποτελούν το 80% του ΑΕΠ) και η παραγωγή μεταφέρεται στον αναπτυσσόμενο κόσμο μειώνοντας ριζικά τους αγρότες και την κλασική εργατική τάξη. Ο παγκοσμιοποιημένος νεοφιλελευθερισμός χαρακτηρίζεται από μια αναπόδραστη αντίφαση: χρειάζεται ανοιχτές και απορρυθμισμένες αγορές και σύνορα, αλλά αυτά οδηγούν σε δομική ανεργία και τεράστια αύξηση των ανισοτήτων. Και όπως οι λαοί δεν συμμορφώνονται πια με τις υποδείξεις, οι λαϊκές αντιστάσεις πολλαπλασιάζονται.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν αλλάξει ριζικά κοινωνία και πολιτική. Η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού είναι μισθωτοί. Οι ταξικές διαφοροποιήσεις εξαρτώνται από την ύπαρξη δουλειάς, το επίπεδο του μισθού και την ικανοποίηση από την εργασία. Η κοινωνία, λοιπόν, διατρέχεται από διαφορές, εντάσεις και συγκρούσεις μεταξύ τάξεων, κλάδων, επαγγελμάτων και ομάδων που δεν ακολουθούν την κλασική μαρξιστική ανάλυση: δημόσιοι εναντίον ιδιωτικών υπαλλήλων, υψηλόμισθοι εναντίον χαμηλόμισθων, επιχειρηματίες εναντίον επαγγελματιών, Ελληνες εναντίον μεταναστών. Αυτή η πολυδιάσπαση δεν επιτρέπει την παλιότερη αντιστοίχηση τάξης, ιδεολογίας και κόμματος, και έχει οδηγήσει σε κρίση πολιτικής εκπροσώπησης. Το είδαμε πρόσφατα με τους αναπληρωτές καθηγητές. Δύο κατηγορίες ανέργων βρέθηκαν αντιμέτωπες για λίγες προσωρινές δουλειές. Η Αριστερά υποστηρίζει και τις δύο ομάδες. Αλλά ο ταξικός κατακερματισμός και οι νεοφιλελεύθεροι δημοσιονομικοί περιορισμοί ανάγκασαν την κυβέρνηση να επιλέξει μεταξύ τους.
Σ’ αυτές τις συνθήκες, τα κόμματα μπορεί εν μέρει μόνο να αντιπροσωπεύουν προϋπάρχοντα συμφέροντα και ιδεολογίες. Αντίθετα, ο αριστερός ριζοσπαστισμός πρέπει να δημιουργήσει κοινωνικά και να εκφράσει πολιτικά τη μεγαλύτερη δυνατή συμμαχία, χωρίζοντας τον πληθυσμό ανάμεσα σε «εμάς» και τις ελίτ. Σύμφωνα με τον Ερνέστο Λακλάου, τον μεγάλο θεωρητικό του λαϊκισμού, ο λαός ως υποκείμενο δημιουργείται κάθε φορά που η κοινωνία διαιρείται πολιτικά με τη σύγκλιση κλάδων, τάξεων και επαγγελμάτων στον έναν πόλο μέσα από την απαραίτητη αντιπαράθεση με τους «από πάνω». Για να πετύχει η διαίρεση, η γραμμή πρέπει να ουδετεροποιεί -έστω προσωρινά- τις τοπικές εντάσεις και κλαδικές αντιπαλότητες, βρίσκοντας σημεία σύγκλισης. Ετσι ένα σύνολο ασύνδετων αρχικά αιτημάτων, πολύμορφων αγώνων και ποικιλόμορφων δυσαρεσκειών συγκεντρώνεται σε κοινό τόπο και χρόνο. Τι θα εμφανιστεί ως αντίπαλο δέος και εκφραστής της εξουσίας τη στιγμή της διαίρεσης -οι Ελληνες ολιγάρχες, οι ευρωπαϊκές ελίτ, ο καπιταλισμός- είναι αντικείμενο πολιτικού υπολογισμού και συγκυρίας.
Μεταξύ 2009 και 2015, η οικονομική εξαθλίωση, η εθνική ταπείνωση, ο ευτελισμός της δημοκρατίας συναρθρώθηκαν σε μια αλληλουχία ισοδύναμων σημείων και αγωνιστικών αιτημάτων. Η λέξη «μνημόνιο» αποδεσμεύτηκε από το αρχικό της σημαινόμενο (μια κρατική συμφωνία) και έγινε ένα «κενό σημαίνον» που συμπύκνωσε τα βάσανα, την αγανάκτηση και την οργή του λαού. Το «αντιμνημόνιο» έγινε ηγεμονική ιδεολογία και ο ΣΥΡΙΖΑ εκφραστής της, με πιο χαρακτηριστικό σημείο το δημοψήφισμα. Η αντιμνημονιακή ιδεολογία πέτυχε μια καθολική σύγκλιση κατά της πολιτικής, οικονομικής και μιντιακής κάστας και γι’ αυτό συκοφαντείται τόσο πολύ σήμερα. Μετά το τρίτο μνημόνιο όμως η γραμμή διαίρεσης ράγισε, η συμπόρευση των προηγούμενων χρόνων διαλύθηκε και η ταυτότητα του αντίπαλου μπερδεύτηκε.
Ποια διαχωριστική γραμμή μπορεί να ξαναφτιάξει τον λαϊκό πόλο; Στις καταλήψεις και το δημοψήφισμα, το τρίπτυχο «όχι στη λιτότητα» (το οικονομικοκοινωνικό), εθνική ανεξαρτησία και (άμεση) δημοκρατία οδήγησε στη σύγκλιση. Μια ηγεμονική πολιτική συμπυκνώνει και επικαιροποιεί τις τρεις κατευθύνσεις. Η καταπολέμηση της διαπλοκής και της διαφθοράς, η υπεράσπιση της δημόσιας ηθικής μπορεί να γίνουν η νέα διαχωριστική γραμμή. Αλλά, με τη διάλυση της αντιμνημονιακής ενότητας, οι επιμέρους εντάσεις αποκτούν πάλι σημασία. Η προστασία των μειονοτήτων και του διαφορετικού, η σταδιακή μεταφορά πόρων από το κεφάλαιο στην εργασία και από το κράτος στους πολίτες πρέπει να συμπληρώνουν την ηγεμονική διαίρεση. Η ριζοσπαστική Αριστερά επιδιώκει την ανασύνταξη του λαϊκού πόλου αλλά ταυτόχρονα υπερασπίζεται ταξικά αιτήματα και τα δικαιώματα των ταυτοτήτων. Μ’ αυτό τον τρόπο συνδυάζει το οικουμενικό με το μερικό και το εθνικό με το ταξικό, μαθαίνοντας από τον λατινοαμερικάνικο λαϊκισμό του Πάπα Φραγκίσκου.


* Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ, Καθηγητής Πολιτικής και Νομικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 25/06/2017

LEFT
3/8/2017