Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Το τέλος της μεγάλης φυγής...

Να δούμε πως θα περάσει κι αυτό το ιοβόλο καλοκαίρι…
Πως θα τελειώσει το πανηγύρι των απελπισμένων και των αναχωρητών…
Πως θα κλείσει η μεγάλη πύλη του λοιμού και πως ανήμπορα τα δέντρα θα παραδοθούν στη φωτιά και θα υποκύψουν…
Όλα μοιάζουνε τη φυγής και του ανέμου τις μονότονες μέρες του μεσημεριού κι εκείνα τα φορτωμένα καράβια που αδειάζουν ψυχές
έτοιμα είναι να αναχωρήσουν για το πουθενά…
Σε λίγο θα μαζευτούνε οι σκιές του απογεύματος στο κατάστρωμα και μες στην αχλή και στο συννεφόκαμα μια–μια θα εξαφανίζονται σαν περιστέρια σε χέρια ταχυδακτυλουργού…
Κι έτσι θα πέσει βαρύ πάπλωμα η νύχτα, ανάκατη με ήχους μυστικούς, μουρμουρητά και υγρασία…
Χωρίς να το αντιληφθούμε, χωρίς να το περιμένουμε θα τελειώσει το ταξίδι… Κι όλα θα τρέξουν μπρος απ’ τα μάτια μας εικόνες άυλες, φύσεις νεκρές σε απέραντους λευκούς ιδρωμένους τοίχους…
Να δούμε πως θα περάσει κι αυτό τα μανιασμένο καλοκαίρι του μόνιμου παράπονου και του χολωμένου λόγου…
Να δούμε πότε θα ’ρθουν οι μέρες της βροχής για να ξεπλύνουν τις παρωδίες του διαλόγου, των μονολόγων τους κομπασμούς και τα αγκομαχητά των συγκρατημένων πόθων…
Δε μένει τίποτα να μοιραστούμε, τίποτα να χαρίσουμε, τίποτα να αποχωριστούμε…
Μόνοι καταμεσήμερο, βουβοί, πεντάρφανοι μες στο βουερό πλήθος, εμείς και τα υπάρχοντά μας, δυο βαλίτσες μνήμες, στον έρημο δρόμο ανάμεσα στους θερισμένους αγρούς με τους πυλώνες και τα τηλεγραφόξυλα…
Μαύρα χαράματα στο μετέωρο λιμάνι με τα άρρωστα φώτα…
Χλιαρό απόγευμα στο σταθμό των υπεραστικών με τα θολά τζάμια και τα άχαρα κυλικεία…
Κι έχει το χρώμα της μελαγχολίας η επιστροφή, εκείνον τον παιδικό ρομαντισμό που βιάστηκε πριν την ώρα του να ενηλικιωθεί σε ανδρική διαμαρτυρία…
Να δούμε πως θα ξεψυχήσει κι αυτό το καλοκαίρι των αποκλήρων…
Πως θ’ ανοίξουν τα παράθυρα του φόβου για να αποδράσει το όνειρο και η επιθυμία… Πως θα κοιτάμε τους άδειους δρόμους και τις βουβές πλατείες…
Πως θ’ αναζητήσουμε την ανάγκη του διαλόγου σ’ ένα πακέτο τσίχλες, σε μια εφημερίδα που δε θα διαβάσουμε ποτέ…
Πως θα κοπάσει η φωνή μας προτού ακουστεί, προτού προφτάσει να ψιθυρίσει της απαγορευμένες λέξεις της αγάπης και του έρωτα…
Θα ήμαστε όλοι εκεί στην προκυμαία της σιωπής με αποσκευές, καπέλα και λευκά φορέματα, ανδριάντες του εαυτού μας, ερωτικοί και αυτόχειρες με το εισιτήριοι της φυγής στο χέρι δίπλα στην παγωμένη υψικάμινο…
Θα ήμαστε όλοι εκεί χωρίς ουσιαστικό προορισμό, χωρίς ουσιαστική ανάγκη… Αιχμάλωτοι της διαδρομής και της ανάγκης που δημιούργησαν αυτοί που σκέφτονται αντί για μας, αυτοί που αντί για μας αποφασίζουν και προγραμματίζουν το πριν και το μετά…
Χωράμε όλοι στο ταξίδι, χωράμε όλοι στο όνειρο της «υπερφορτωμένης μπαταρίας» που κατασκεύασαν για μας οι ονειροκατασκευαστές, οι εργοδότες και οι ινστρούχτορες.
Τίποτε άλλο απ’ το ταξίδι δε μας απομένει… Τίποτε άλλο απ’ τη φυγή δε μας καθοδηγεί… Τίποτε άλλο από την ετοιμασία της μεγάλης γιορτής δε μας γοητεύει, δε μας συγκινεί…
Τα καλοκαίρια των απελπισμένων έχουν όλα το ίδιο χαμένο γκρίζο χρώμα, την ίδια μυρωδιά… Μυρίζουν πεθαμένο νερό, ξεπλυμένο απόγευμα και ναφθαλίνη…

Χάρρυ Κλυνν