Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Ο Ανδρέας Μπαρτζώκας και η μεγάλη απόδραση των 27

Η μεγάλη απόδραση 27 κομμουνιστών από τη φυλακή των Βούρλων στις 17 Ιουλίου 1955 θυμίζει σενάριο ταινίας του Χόλιγουντ. Ο πρωτεργάτης του εγχειρήματος, Ανδρέας Μπαρτζώκας, ήταν πατέρας του διακεκριμένου προπονητή του μπάσκετ.
O Aνδρέας Μπαρτζώκας υπήρξε έντιμος και ακάματος αγωνιστής της Αριστεράς. Ο Ανδρέας Μπαρτζώκας ήταν επίσης πατέρας του εξαίρετου προπονητή μπάσκετ που κατέκτησε ευρωπαϊκό
τίτλο με τον Ολυμπιακό. Τέλος, ο Ανδρέας Μπαρτζώκας πρωταγωνίστησε σε μία κινηματογραφική απόδραση, που όμοιά της συναντά κανείς μόνο στις ταινίες του Χόλιγουντ. Ακόμα και εκεί, θα έλεγαν τον σεναριογράφο υπερβολικό και ονειροπαρμένο.

Η συνοικία των Βούρλων, στη Δραπετσώνα, ήταν μία Τρούμπα πριν την Τρούμπα. Όταν οι διαμαρτυρίες των περιοίκων έγιναν καταιγίδα, η δικτατορία του Μεταξά αποφάσισε να απομακρύνει τα πορνεία και να ιδρύσει στην ίδια τοποθεσία κάτι πολύ χειρότερο: μία φριχτή φυλακή υψίστης ασφαλείας, όχι τόσο για ποινικούς, όσο για πολιτικούς κρατουμένους.

Το κελί 13

Στις 17 Ιουλίου του 1955, φάνηκε φως στην άλλη άκρη του τούνελ. Όλα ήταν έτοιμα για τη μεγάλη απόδραση των 27 υπόδικων κομμουνιστών, που αντιμετώπιζαν τη θανατική ποινή βάσει του νόμου 375 της εποχής. Ήταν, λέει, «κατάσκοποι της Σοβιετικής Ένωσης». Το επίσημο ΚΚΕ απαγόρευε τις αποδράσεις, αφού προτιμούσε τους νεκρούς μάρτυρες από τους ζωντανούς ήρωες. Η σήραγγα ξεκινούσε από το κελί 13, κάτω από το κρεβάτι ενός 30χρονου κρατουμένου, που άκουγε στο όνομα Ανδρέας Μπαρτζώκας.

«Αρχίσαμε να ανοίγουμε τη σήραγγα με ένα μικρό κοπιδάκι, ένα καλέμι μικρό και μια βαριοπούλα που μπορούσε να δικαιολογήσει ο Γιώργος Χατζηπέτρος που ήταν ο υδραυλικός μας. Πρώτα σκάψαμε προς τα κάτω. Δυόμισι μέτρα. Μετά πήραμε την ευθεία. Δέκα οκτώ μέτρα μέχρι να βγούμε στα αποδυτήρια».

Τα αποδυτήρια, στα οποία αναφέρεται η διήγηση του Ανδρέα Μπαρτζώκα (από παλαιότερο «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα»), ανήκαν στο εργοστάσιο λουλακιού που βρισκόταν απέναντι από τη φυλακή. Κάποις φίλες των κρατουμένων ανέλαβαν την κατόπτευση του χώρου. Το τολμηρό …Prison Break των 27 προέβλεπε αποπεράτωσης το δωμάτιο όπου οι εργάτες της φάμπρικας άλλαζαν και άφηναν τα ρούχα τους.

Η σήραγγα είχε ύψος σχεδόν 2 μέτρα η είσοδός της κρυβόταν κάτω από μία βαριά τσιμεντένια πλάκα.

«Όταν σκάβαμε ήταν επικίνδυνα. Αποπνικτικά. Είχαμε και κατολισθήσεις από τα πλάγια. Το χώμα και τις πέτρες τις βγάζαμε πάνω στο κελί. Τα χωρίζαμε και κάναμε επεξεργασία. Τα βάζαμε μέσα σε σακούλες, κάλτσες και σεντόνια και τα μεταφέραμε σε αποχωρητήρια εκεί τα διαλύαμε με νερό για να φύγουν»

Με ένα κοπίδι, ένα καλέμι και μια βαριοπούλα. Και με άκρα μυστικότητα. «Φιλική εταιρία», ήταν η κωδική ονομασία της ομάδας. Ένα σύστημα από δύο καθρεφτάκια ξυρίσματος βοηθούσε ώστε να γίνονται αντιληπτές οι κινήσεις του δεσμοφύλακα.

«Κλειστήκαμε στον εαυτό μας και δεν μιλούσαμε με κανέναν, ούτε μέσα ούτε απ’έξω», εξιστόρησε ο Μπαρτζώκας. Τις ώρες των εργασιών, όσοι κρατούμενοι δεν είχαν βάρδια έπαιζαν βόλεϊ έξω από το κελί και άκουγαν μουσική στη διαπασών από ένα ραδιόφωνο, για να μην ακούγεται ο θόρυβος από το σκάψιμο. «Είχαμε και δύο ψευτομαστόρους, που δήθεν έκαναν εργασίες».

Η δουλειά κράτησε τέσσερις μήνες και ολοκληρώθηκε μια καλοκαιρινή Κυριακή, σαν σήμερα. Ο Αλέκος Παπούλιας, που έφερε το παρατσούκλι «δήμαρχος», ανέλαβε να απασχολήσει τον φύλακα.

«Ήταν κουστουμαρισμένος και έλεγε διάφορα παραμύθια ότι περίμενε επισκεπτήριο την κόρη του. Του έλεγε και ιστορίες από το αλβανικό μέτωπο και κάτι σόκιν και ο φύλακας ήταν απορροφημένος. Εμείς οι άλλοι προχωρούσαμε. Κάθε ένας έμπαινε στο κελί. Φόραγε τα καλά του. Πάνω από τα παπούτσια κάλτσες, πάνω από τα ρούχα πιτζάμες και στο κεφάλι σαρί και μαντίλι γιατί θα μπαίναμε μέσα στα χώματα. Μπαίναμε καθ' ομάδες, τέσσερις - τέσσερις ή πέντε - πέντε. Όταν μια ομάδα έφτανε στο τέλος, τραβούσε το σκοινί. Ήταν το σύνθημα. Ξεκινούσε η επόμενη ομάδα. Αγωνία είχαμε. Περίεργα συναισθήματα. Αλλά είχαμε προετοιμαστεί. Ήμασταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε διάφορες δυσκολίες. Υπήρχε περίπτωση να μας σκοτώσουν αν μας έπιαναν. Θα είχαν κάθε δικαίωμα. Φτάνοντας στα αποδυτήρια, πετάγαμε τα από πάνω και μέναμε με τα καλά μας. Ψευτοχτενιζόμασταν και βγαίναμε. Προχωρούσαμε στην Κανελλοπούλου. Εγώ με τον Βαρδή Βαρδινογιάννη πήραμε ταξί, μετά δεύτερο και πήγαμε στην πόλη. Είχαμε φροντίσει όλοι να πάμε σε ένα σπίτι να κρυφτούμε προσωρινά. Ήδη στις πέντε άρχισαν να παίζουν όλα τα ραδιόφωνα: «Σήμερον την μεσημβρίαν… επικίνδυνοι κομμουνιστές» και άρχιζαν με το δικό μου όνομα. Μπαρτζώκας ύψος 1,84, μαλλιά καστανά, μάτια…. Σε έξι μέρες μας επικηρύξανε. Εμείς βρήκαμε καταφύγιο σε μία μονοκατοικιούλα και κρυφτήκαμε μέσα στο πηγάδι. Μας φέρανε λίγο φαϊ και εφημερίδες για να διαβάζουμε».

Η είδηση προκάλεσε σάλο στην κοινή γνώμη και έμεινε για πολλούς μήνες στα πρωτοσέλιδα. Οι 27 τολμηροί επικηρύχθηκαν για μεγάλα ποσά και ο Σταύρος Σιδέρης συνελήφθη την τρίτη μέρα και ξυλοκοπήθηκε ανελέητα. Κάποιοι, όπως ο Λεωνίδας Τζεφρώνης και ο Σταύρος Καρράς, φυγαδεύτηκαν στο εξωτερικό. Ένας δολοφονήθηκε στα σύνορα, ενώ γύρω στους 15 έπεσαν στα χέρια της Αστυνομίας, της Χωροφυλακής ή της ΚΥΠ. Ο Μπαρτζώκας πιάστηκε 6-7 μήνες αργότερα: «Είχα ήδη αναπτύξει πολιτική δραστηριότητα στην παρανομία».

Ο σεβάσμιος Ανδρέας Μπαρτζώκας, πατέρας του μικρού Γιώργου, απεβίωσε στις 3 Δεκεμβρίου 2015, σε ηλικία 90 ετών. Φυλακίστηκε και στην Κέρκυρα, ενώ υπήρξε εξόριστος στη Γυάρο και στη Λέρο την περίοδο της χούντας.


 


  


 

Documento
16/7/2017