Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Η Σταθοπούλου και τα «ξεχασμένα» Ιουλιανά του 1943

Τρεις φορές έχουν συμβεί μήνα Ιούλιο στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας σοβαρές “αναταραχές”, με την ευρύτερη σημασία της λέξης. Οι δυο από αυτές έχουν ονομαστεί Ιουλιανά, η τρίτη, απ’ όσο ξέρω, όχι. Τα πιο γνωστά Ιουλιανά είναι βέβαια η συνταγματική εκτροπή του 1965, με τον εξαναγκασμό του εκλεγμένου πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου σε παραίτηση και τονδιορισμό κυβέρνησης “αποστατών”.

Δεν θα επεκταθώ, πρόκειται για γεγονός πασίγνωστο για το οποίο το
ιστολόγιο έχει γράψει πολλές φορές (εδώ μια ανακεφαλαίωση). Τα Ιουλιανά του 1965 είχαν κι έναν νεκρό, τον Σωτήρη Πέτρουλα -σαν χτες πριν από 48 χρόνια.Τα άλλα Ιουλιανά, τα παλιότερα, που ονομάστηκαν έτσι αλλά επισκιάστηκαν από τα νεότερα, είναι τα γεγονότα που έγιναν κυρίως στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 1920, όταν ανακοινώθηκε η απόπειρα δολοφονίας του Ελευθ. Βενιζέλου στο Παρίσι. Το πλήθος κατέστρεψε τα γραφεία όλων των αντιπολιτευόμενων εφημερίδων (και του αριστερού Ριζοσπάστη), το Μέγαρο Σκουλούδη και τα σπίτια άλλων επιφανών αντιβενιζελικών, ενώ δολοφονήθηκε ο Ίων Δραγούμης από κρητικούς χωροφύλακες στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, περίπου απέναντι στο Χίλτον (τότε λεγόταν οδός Κηφισιάς). Ο λογαριασμός εκείνων των Ιουλιανών πληρώθηκε την 1η Νοεμβρίου.

Του Ν. Σαραντάκου 


https://sarantakos.files.wordpress.com/2013/07/stathop.jpg
Η Παναγιώτα Σταθοπούλου, σε φωτογραφία από την Ελεύθερη Ελλάδα, εφημερίδα του ΕΑΜ (22.7.46)
Τα τρίτα Ιουλιανά, που δεν νομίζω να τα αποκάλεσε κανείς έτσι (γι’ αυτό και τα εισαγωγικά στον τίτλο), είχαν πολύ περισσότερους νεκρούς από τα γεγονότα του 1920 ή του 1965, και από μια ιδιοτροπία της ιστορίας ή των μαθηματικών πέφτουν καταμεσίς σχεδόν στην απόσταση που χωρίζει τις δυο παραπάνω χρονολογίες (1920 και 1965), δηλαδή στο 1943. Εννοώ τα γεγονότα που είχαν ως αποκορύφωμα τη μεγαλειώδη διαδήλωση του λαού της Αθήνας στις 22 Ιουλίου 1943, υπό την καθοδήγηση του ΕΑΜ, εναντίον της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία. Πρόκειται για συμβάν μεγάλης ιστορικής σημασίας, το οποίο, περιέργως, ή μάλλον όχι και τόσο ανεξήγητα, αποσιωπήθηκε στη μεταπολεμική Ελλάδα, παρ’ όλο που επρόκειτο για μια κινητοποίηση που πέτυχε τον πολύ σημαντικό σκοπό της.
Κατά την Κατοχή, η Ελλάδα διαιρέθηκε σε τρεις ζώνες από τις δυνάμεις του Άξονα, γερμανική, ιταλική και βουλγαρική. Η βουλγαρική ζώνη κατοχής αποτελέστηκε από την ανατολική Μακεδονία μέχρι τον ποταμό Στρυμόνα (μέρος του ν. Σερρών και ν. Δράμας και Καβάλας) και τη Θράκη (με εξαίρεση το μεγαλύτερο τμήμα του ν. Έβρου, προς τα τουρκικά σύνορα, που παρέμεινε υπό γερμανική κατοχή), μαζί με τα νησιά Θάσο και Σαμοθράκη. Όμως, σε αντίθεση με τη γερμανική και την ιταλική ζώνη, όπου είχαμε “μόνο” κατοχή, η φασιστική Βουλγαρία προσάρτησε απλούστατα τα ελληνικά εδάφη, ακολουθώντας πολιτική εκβουλγαρισμού των κατοίκων, χριστιανών και μουσουλμάνων.
Το 1943, το ελληνικό κίνημα αντίστασης, κυρίως μέσα από το ΕΑΜ, αρχίζει να γίνεται ενοχλητικό. Ήδη με τις απεργίες και τις διαδηλώσεις του Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1943 ματαιώνεται η πολιτική επιστράτευση, που αν υλοποιόταν θα έστελνε δεκάδες χιλιάδες Έλληνες να ενισχύσουν ως εργάτες τη γερμανική (πολεμική) βιομηχανία. Στα βουνά οι Ιταλοί δυσκολεύονται πολύ να αντιμετωπίσουν τον ΕΛΑΣ και πολλές ορεινές περιοχές έχουν ντε φάκτο απελευθερωθεί.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, τον Ιούλιο του 1943, και ενώ οι Σύμμαχοι ετοιμάζονται για την απόβαση στη Σικελία, διαρρέουν ειδήσεις για επικείμενη επέκταση της βουλγαρικής κατοχής και στην κεντρική Μακεδονία και συγκεκριμένα έως τον ποταμό Αξιό. Ο σκοπός του μέτρου αυτού ήταν να αποδεσμευτούν γερμανικές δυνάμεις είτε για να αντιμετωπίσουν τον ΕΛΑΣ είτε για να σταλούν στο ανατολικό μέτωπο. Σε επιστολή της 12.7.43 προς τον δοσίλογο πρωθυπουργό Ράλλη, ο Γκύντερ Άλτενμπουργκ, πληρεξούσιος του Ράιχ στην Ελλάδα, δηλαδή επιτηρητής της κατοχικής κυβέρνησης, διαβεβαίωνε ότι τα μέτρα αυτά “ουδαμώς ελήφθησαν διά πολιτικούς λόγους, αλλά μόνον εκ καθαρώς στρατιωτικών απόψεων λελογισμένης χρησιμοποιήσεως των γερμανικών δυνάμεων”. Η γερμανική διαβεβαίωση μπορεί και να ήταν ειλικρινής, αλλά το προηγούμενο της ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης δεν άφηνε περιθώρια για αυταπάτες.
Το ΕΑΜ από τις 7 Ιουλίου 1943 κάλεσε το λαό σε συναγερμό. “Η Μακεδονία ολόκληρη παραδόθηκε στη Βουλγαρική θηριωδία. Η απειλή που το ΕΑΜ είχε υποδείξει από καιρό και είχε καλέσει το λαό ν’ αγωνιστή για την αποτροπή της, αποτελεί σήμερα πραγματικότητα. Μια Βουλγαρική στρατιά αναπτύσσεται ανατολικά του Αξιού. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες -το τρίτο του ελληνικού πληθυσμού- χωρικοί και αστοί σ’ αυτή τη γωνιά της ελληνικής γης, ποτισμένης με αίμα, απειλούνται με εξόντωση”. Ολόκληρη η προκήρυξη εδώ (σε αναδημοσίευση). “Να σώσουμε τη Μακεδονία” είναι ο πρωτοσέλιδος τίτλος του παράνομου Ριζοσπάστη στις 10 Ιουλίου 1943 (εδώ το πρωτοσέλιδο σκαναρισμένο).
“Θάνατος στους Βούλγαρους επιδρομείς” είναι ο τίτλοςο του επόμενου φύλλου (18 Ιουλίου 1943, εδώ).
Οι πρώτες διαδηλώσεις και απεργίες έγιναν στη Θεσσαλονίκη και την υπόλοιπη Μακεδονία, από τις 10 Ιουλίου και μετά, αλλά το αποκορύφωμα των μαχητικών εκδηλώσεων ήταν η μεγαλειώδης συγκέντρωση στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 1943, που συνδυάστηκε με γενική απεργία. Νωρίς το πρωί οι δρόμοι της Αθήνας ήταν έρημοι, μόνο περίπολοι των στρατευμάτων κατοχής κυκλοφορούσαν, αλλά από τις 10 και μετά η πόλη άρχισε να ζωντανεύει και οι Αθηναίοι σε μικρές ομάδες κατέφθαναν στους προκαθορισμένους τόπους προσυγκεντρώσεων: πλατεία Εξαρχείων, Ψυρρή, Κολωνάκι, Μοναστηράκι, πλατεία Λαυρίου, Ομόνοια κτλ. και με ξεδιπλωμένες ελληνικές σημαίες άρχισαν να συγκλίνουν προς την οδό Πανεπιστημίου, με σκοπό να την ανεβούν και να φτάσουν στη βουλγαρική πρεσβεία, στη Ρηγίλλης.
Η διαδήλωση χτυπήθηκε σε πολλά σημεία, αρχικά από το ιταλικό ιππικό και μετά από τα γερμανικά τανκς. Κατεβαίνοντας την Ομήρου, ένα γερμανικό τεθωρακισμένο όχημα εφοδιασμένο με πολυβόλο πέρασε στην Πανεπιστημίου και άρχισε να πυροβολεί την κεφαλή της διαδήλωσης. Ο νεαρός που κρατούσε την ελληνική σημαία έπεσε. Η 17χρονη επονίτισσα Παναγιώτα Σταθοπούλου έτρεξε να πάρει τη σημαία, αλλά το τανκ πέρασε από πάνω της και τη συνέθλιψε. Η 19χρονη Κούλα Λίλη, φοιτήτρια της Γαλλικής, σκαρφαλώνει στο τεθωρακισμένο κι αρχίζει να χτυπάει τον τανκίστα με το ξυλοπάπουτσό της. Πέφτει νεκρή, όπως και πολλοί άλλοι νέοι: ο Επονίτης Θεωνάς Μαυρομματίδης, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ, ο Θωμάς Χατζηθωμάς, σπουδαστής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ, ο Θανάσης Τεριακής, σπουδαστή του Τμήματος Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων ΕΜΠ (αδελφός της αείμνηστης Άννας Τεριακή-Σολωμού, φίλης του πατέρα μου), η Ε. Αντωνιάδου, φοιτήτρια, ο Ιωάννης Κατσαρός, ο Αντώνης Παπαδοσταυράκης, ανάπηρος του Αλβανικού Μετώπου, μέλος του ΕΑΜ Αναπήρων, ο Δημήτρης Δουκάκης, ξυλουργός,  ο Αλέξανδρος Δεσύπρης, εφαρμοστής, ο Χρήστος Κοντός, επιπλοποιός. Συνολικά έπεσαν 15 νεκροί, ενώ δεκάδες ήταν οι τραυματίες που φυγαδεύτηκαν σε ασφαλή νοσοκομεία και χειρουργήθηκαν από γιατρούς-μέλη του ΕΑΜ.



Η διαδήλωση της 22ας Ιουλίου 1943 ήταν μαζικότατη. Ο παράνομος Ριζοσπάστης που κυκλοφόρησε την επόμενη μέρα αναφέρει 300 χιλιάδες διαδηλωτές (εδώ το πρωτοσέλιδο, που βέβαια δεν αναφέρει ονόματα νεκρών), νεότερες πηγές είναι πιο συγκρατημένες, αλλά έτσι κι αλλιώς επρόκειτο για τη μεγαλύτερη λαϊκή διαδήλωση στην κατεχόμενη Ευρώπη. Και έφερε αποτέλεσμα. Η βουλγαρική επέκταση ματαιώθηκε -για να το πούμε ακριβέστερα, περιορίστηκε σε ένα μικρό μέρος της αρχικά σχεδιαζόμενης περιοχής, δηλ. στους νομούς Κιλκίς, Χαλκιδικής και το βόρειο τμήμα του ν. Θεσσαλονίκης, και πήρε τη μορφή κατοχής και όχι προσάρτησης.
Αν κανείς αναδιφήσει τον νόμιμο Τύπο της εποχής, ελάχιστα θα πληροφορηθεί για τη μεγαλειώδη και πολύνεκρη διαδήλωση. Το Comando Piazza εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία, “κατόπιν της ανοήτου προχθεσινής αποπείρας προς διατάραξιν της δημοσίας τάξεως εν Αθήναις”, η κυκλοφορία των πολιτών περιοριζόταν στις 8 μ.μ. (προηγουμένως έληγε στις 10.30 μ.μ.)  ενώ θέατρα, κινηματογράφοι, κέντρα διασκεδάσεως, μπαρ κτλ. θα παρέμεναν κλειστά επί μία εβδομάδα, με εξαίρεση τα αμιγή εστιατόρια. Την ανακοίνωση τη βλέπετε ολόκληρη αριστερά (εδώ είναι παρμένη από το Ελεύθερο Βήμα της 24.7.43, αλλάδημοσιεύτηκε στερεότυπη σε όλες τις εφημερίδες). Μια δεύτερη ανακοίνωση, μια μέρα μετά, γνωστοποιεί ότι 63 άτομα συνελήφθησαν επειδή είχαν κάνει διαδήλωση έξω από το σπίτι του Γερμανού Στρατιωτικού Διοικητή Νοτίου Ελλάδος, και καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές.



Η γνωστοποίηση προειδοποιούσε τον αθηναϊκό πληθυσμό “όπως μη αφήνη να παρασύρεται υπό των κομμουνιστών και των καλουμένων εθνικών στοιχείων εις εχθρικάς πράξεις εναντίον των Δυνάμεων Κατοχής”. Μάταια πάντως, γιατί από το φθινόπωρο του 1943 οι γειτονιές της Αθήνας άρχισαν να ξεφεύγουν από τον έλεγχο των κατακτητών. Αργότερα δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως προαγωγές αστυνομικών για την «αποτελεσματική συμπλοκή μετά ταραξιών και διαδηλωτών κατά τας σκηνάς της 22ας Ιουλίου 1943» και τη συμβολή τους «εις την αποκατάστασιν της τάξεως»
Στο μεταξύ, τις μέρες εκείνες κατέρρεε στη Ρώμη η κυβέρνηση Μουσολίνι και λίγες εβδομάδες αργότερα η νέα κυβέρνηση Μπαντόλιο συνθηκολόγησε.
Στις εφημερίδες της εποχής δεν θα βρει κανείς άλλες ειδήσεις για τη μεγαλειώδη διαδήλωση ή τα επακόλουθά της. Σε αντίθεση με το 1941, οπότε βρίσκονταν αρθρογράφοι πρόθυμοι να αποκαλέσουν εγκληματίες τους αγωνιστές της Αντίστασης, το 1943 φαινόταν πολύ πιθανό ότι οι Γερμανοί θα έχαναν τον πόλεμο οπότε μόνο οι ήδη πολύ εκτεθειμένοι συνέχιζαν να αρθρογραφούν. Οι μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες των ημερών εκείνων είχαν εκτενή άρθρα στα οποία καταγγελλόταν η συμμαχική βαρβαρότητα με αφορμή τους βομβαρδισμούς της Ρώμης, αλλά τίποτε για την εσωτερική κατάσταση, όπως άλλωστε ήταν ο κανόνας σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Μάλιστα, καθώς φυλλομετρούσα την Πρωία των ημερών εκείνων έπεσα πάνω σε έναν φιλολογικό καβγά ανάμεσα σε δυο πασίγνωστα ονόματα της πνευματικής ζωής, που θα τον παρουσιάσω ίσως και την Κυριακή -αλλά άλλες αναφορές για τη διαδήλωση δεν βρήκα.
Η Παναγιώτα Σταθοπούλου, η “πρώτη νεκρή” των Ιουλιανών του 1943, είχε γεννηθεί στις ΗΠΑ από μετανάστες γονείς, με καταγωγή από την Ευρυτανία. Η οικογένειά της είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα, στου Γκύζη. Μετά την απελευθέρωση, η οδός Βαλτινών, όπου ήταν το σπίτι της, μετονομάστηκε για λίγο σε “Παναγιώτας Σταθοπούλου”, αλλά πολύ γρήγορα επανήλθε το αρχικό όνομα. Τελικά επί δημαρχίας Δημήτρη Μπέη στήθηκε μια τσουρούτικη πλάκα απέναντι από την πολυκατοικία που βρίσκεται στη θέση του σπιτιού της. Τα αιτήματα για νέα μετονομασία του δρόμου δεν βρήκαν ανταπόκριση. Στο Μεγάλο Χωριό της Ευρυτανίας, οι συγγενείς της και αντιστασιακοί φρόντισαν για ένα αξιοπρεπές μνημείο.

ΥΓ: Δείτε και το άρθρο του Μεν. Χαραλαμπίδη στη χτεσινή Αυγή, από το οποίο πήρα ορισμένα στοιχεία. Ενδιαφέρον άρθρο είχε και η σαββατιάτικη Εφημερίδα των Συντακτών . Υπάρχουν και πολλά αξιόλογα άρθρα στο Διαδίκτυο, αλλά δεν έχω τεχνική δυνατότητα για εκτεταμένη έρευνα, όποιος θέλει μπορεί να προσθέσει συνδέσμους στα σχόλια.

sarantakos.wordpress.com
22/7/2013