Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Άντα Κουγιά: «Με μόνες μου αποσκευές ένα λεξικό και τις αναμνήσεις »



«Αξίζει να αφήσεις την πατρίδα σου; Τον τόπο, τους ανθρώπους, το περιβάλλον που σε προσδιόρισαν και σε έκαναν αυτό που είσαι; Η χώρα που θα σε δεχτεί δεν θα είναι σπίτι. Θα είναι εξορία. Και όχι επειδή δεν θα σε θέλει ή δεν θα σε βοηθήσει να ενταχθείς.
Αλλά γιατί «το «ΑΛΛΟΥ» σε ρουφάει, σε τρελαίνει. Χάνεσαι.». Αυτά σημειώνει η ηθοποιός Άντα Κουγιά για τον ρόλο της, ένα κορίτσι από τη Βουλγαρία που περνάει τον Έβρο για να φτάσει στην Ελλάδα- «τη γη της Επαγγελίας» όπως φαίνεται στα δικά της μάτια, με μόνες της αποσκευές ένα λεξικό και τις αναμνήσεις από τον τόπο της. Πρόκειται για την παράσταση «Διαβατήριο: Ένα πράσινο κουμπί» που παρουσιάζεται 3 & 4 Ιουνίου (9.15μμ) στο Θέατρο Ρεματιάς Χαλανδρίου με είσοδο δωρεάν στο πλαίσιο του FAIDRA PROJECT: «Ποια είμαι τελικά η πατρίδα μας» με θέμα τη μετανάστευση, για το οποίο η Άντα προσθέτει:
«Η πρώτη φορά που άκουσα αυτόν τον τίτλο ήταν πέρσι το καλοκαίρι. Ο Νίκος Καμτσής μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι ανέλαβε αυτό το ευρωπαϊκό πρόγραμμα σε συνεργασία με άλλες χώρες ώστε να γίνει μία μελέτη πάνω στη μετανάστευση από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά και από αληθινές μαρτυρίες ανθρώπων, θα δημιουργηθεί μια παράσταση.
Ενδιαφέρον. Να το ακούς. Δεν φαντάστηκα όμως πόσο βαθιά συγκινητικό θα ήταν να το ανακαλύπτεις.
Πείτε το περιέργεια, πείτε το καλλιτεχνική ευαισθησία, πριν ακόμη μάθω ότι θα έχω ρόλο στην παράσταση, αποφάσισα να κάνω κι εγώ τη δική μου έρευνα και να συμμετέχω σε διάφορα σεμινάρια που έγιναν στο θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ, όπου μετανάστες από Βουλγαρία θα μας έλεγαν τις ιστορίες τους.
Άκουσα με προσοχή όλες τις ιστορίες για το πως ήρθαν εδώ. Γιατί ήρθαν εδώ. Γιατί δεν ήθελαν να έρθουν και να αφήσουν πίσω τον τόπο και το σπίτι τους. Πόσο άσχημα ζούσαν πίσω στην πατρίδα τους και αναγκάστηκαν να  αποχωριστούν γονείς, παιδιά, οικογένεια για να έρθουν εδώ να δουλέψουν. Να βρουν ένα καλύτερο μέλλον. Τις τραγικές τους ιστορίες. Την εκμετάλλευση από τους εργοδότες. Την προσπάθεια ένταξης στη νέα κοινωνία. Ναι, όλα αυτά τα ακούς και τα διαβάζεις σχεδόν καθημερινά, αλλά είναι αλλιώς όταν ο άλλος στο λέει κοιτώντας σε στα μάτια. Και ναι, τελικά, ήταν αισιόδοξοι, τα κατάφεραν και δημιούργησαν εδώ τη νέα τους ζωή. Αλλά αναρωτιόντουσαν με πίκρα: «Τελικά ποια είναι η πατρίδα μας; Ο τόπος μας;» Με το ένα πόδι εδώ, με το άλλο… Αλλού. Εδώ δεν αισθάνονται Έλληνες και όταν πηγαίνουν στην πατρίδα τους για διακοπές δεν αισθάνονται πια ούτε εκεί «ντόπιοι». Τελικά, ποια είναι η πατρίδα τους;
«Λάθος ήταν πάντα το όνομα που μας δίναν. Μετανάστες. Θα πει αυτοί που φύγαν από την πατρίδα τους. Εμείς όμως δε φύγαμε γιατί το θέλαμε. Εμείς…Ήρθαμε κρυφά. Κυνηγημένοι.»
Επανάληψη της ιστορίας. Και τώρα όσοι  έρχονται εδώ δεν έρχονται γιατί το θέλουν. Ένας πόλεμος που μαίνεται εις βάρος άμαχου πληθυσμού. Και ο άμαχος πληθυσμός θέλει και πρέπει να επιβιώσει: «Ένας πόλεμος. Κι από τον πόλεμο μόνο ερείπια μένουν»
Όμως, όλα αυτά δεν είναι και πολύ μακριά μας. Κι εδώ στην Ελλάδα ένας πόλεμος μαίνεται, με άλλα μέσα φυσικά. Οι φίλοι μας σιγά σιγά αποχωρούν. Για να μην πάνε «στο βρόντο» όλες οι σπουδές που έκαναν, για να φτιάξουν μια ζωή μακριά από την Ελλάδα της κρίσης.
Όλα αυτά σε συνδυασμό με το ρόλο που μου δόθηκε (ένα κορίτσι-μετανάστης από τη Βουλγαρία που περνάει τον Έβρο για να φτάσει στην Ελλάδα- «τη γη της Επαγγελίας» όπως φαίνεται στα δικά της μάτια, με μόνες της αποσκευές ένα λεξικό και τις αναμνήσεις από τον τόπο της) αναρωτήθηκα κι εγώ με τη σειρά μου: Αξίζει να αφήσεις την πατρίδα σου; Τον τόπο, τους ανθρώπους, το περιβάλλον που σε προσδιόρισαν και σε έκαναν αυτό που είσαι; Γιατί η χώρα που θα σε δεχτεί δεν θα είναι σπίτι. Θα είναι εξορία. Και όχι επειδή δεν θα σε θέλει ή δεν θα σε βοηθήσει να ενταχθείς. Αλλά γιατί «το «ΑΛΛΟΥ» σε ρουφάει, σε τρελαίνει. Χάνεσαι.»


Μια γυναίκα μετανάστης από τη Βουλγαρία  περνά τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα μέσω Τουρκίας και δύο Έλληνες συνοριοφύλακες τη συλλαμβάνουν. Παρά την εμφανή ταλαιπωρία της, οι συνοριοφύλακες της περνούν χειροπέδες και την ανακρίνουν. Μέσα από την ανάκριση, τους διηγείται όλη την ιστορία της σχετικά με το πώς έφτασε μέχρι τον Έβρο μαζί με άλλους. Στη διάρκεια της αφήγησης οι συνοριοφύλακες συνειδητοποιούν ότι όλο της το βιος είναι ένα σωρό κασσέτες, που τις έχει κατάσαρκα δεμένες σφιχτά πάνω στο σώμα της. Είναι όλη η περιουσία της στην ξενιτιά που επέλεξε να πάει και η ταυτότητα της. Χωρίς άλλες αποσκευές παρά μόνο τις αναμνήσεις της και με ένα πράσινο κουμπί ραμμένο πάνω της για διαβατήριο έρχεται σε μια ξένη χώρα και μη έχοντας τίποτα άλλο, καταθέτει αισθήσεις και μνήμες.
Βάζοντας την μία πίσω από την άλλη τις κασέτες στο κασετόφωνο, ζωντανεύουν πρόσωπα, γεγονότα και ιστορίες. Μέσα από τις προσωπικές ιστορίες ζωντανεύει η ιστορία της Ελλάδος από 1945 και μετά και η ιστορία της μετανάστευσης σε ένα μεγάλο μέρος της Ευρωπαϊκής ηπείρου.  Έτσι η σκηνή γίνεται χώρος μαρτυρίας όπου με ποιητικό τρόπο διαγράφεται η μεταναστευτική περιπέτεια της Ελλάδος και της Ευρώπης και ο σπαρακτικός άγριος αποχωρισμός οικογενειών, από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νίκος Καμτσής
ΣΚΗΝΙΚΟ-ΚΟΥΣΤΟΥΜΙΑ: Μίκα Πανάγου
ΜΟΥΣΙΚΗ: Χρήστος Ξενάκης
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Νίκος Καμτσής, Petar Todorov, Margareta Larson
ΠΑΙΖΟΥΝ οι: Εύα Γαλογαύρου, Νίκος Καραστέργιος, Άντα Κουγιά, Άντρια Ράπτη, Σάκης Τσινιάρος (Ελλάδα) Desislava Mincheva, Vesselina Babatiakova (Βουλγαρία) Valentina Parizzi, Davide Filippi (Ιταλία) Sonja Lindblom(Σουηδία) Marek Kosciolek, Anna Giniewska (Πολωνία), Theodore Ivan (Ρουμανία)
Ολόκληρη η παράσταση στηρίχθηκε σε πραγματικές ιστορίες μεταναστών που συνέλεξαν οι 7 οργανισμοί μετά από συντονισμένες συνεντεύξεις με πραγματικούς πρόσφυγες σε όλες τις χώρες των εταίρων. Στην παράσταση συμμετέχουν Έλληνες και ξένοι ηθοποιοί. Ο καθένας θα παίζει στη γλώσσα του και θα υπάρχουν υπέρτιτλοι στα αντίστοιχα σημεία. Μετά από την πρεμιέρα στις  3 & 4 Ιουνίου 2017 στο Θέατρο Ρεματιάς Χαλανδρίου, η παράσταση θα ταξιδέψει στη Βουλγαρία και τη Σουηδία.
Για κρατήσεις θέσεων: 2108656004, 2108679535

VIA