Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Εγκώμια Επιταφίου (vids)

- Η πρώτη στάση σε ήχο πλάγιο α΄ αρχίζει με το εγκώμιο "Η ζωή εν τάφω, κατετέθης, Χριστέ...".
- Η δεύτερη στάση σε ήχο πλάγιο α΄ αρχίζει με το εγκώμιο "Άξιον εστί μεγαλύνειν σε τον Ζωοδότην..." και
- Η τρίτη στάση σε ήχο γ΄ αρχίζει με το εγκώμιο "Αι γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή Σου προσφέρουσι Χριστέ μου".

Με την ονομασία εγκώμια επιταφίου φέρονται στη βυζαντινή
υμνολογία - υμνογραφία ειδικά τροπάρια που ψάλλονται κατά τον ΄Όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου. Κατά την τελετουργία ψάλλονται το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, εντός των ναών, λίγο πριν την εκφορά του επιταφίου, όπου μερικά εξ αυτών και επαναλαμβάνονται κατά την εκφορά.

Πρόκειται για 185 σύντομα τροπάρια που παρεμβάλλονται μετά τον 118ο ψαλμό, (ψαλμό του Αμώμου) ακολουθώντας σε τρεις στάσεις.

Και οι τρεις παραπάνω στάσεις καταλήγουν με το ίδιο τροπάριο - εγκώμιο που ξεκινούν ενώ ο λειτουργών ιερέας ή αρχιερέας θυμιατίζει τον επιτάφιο και από τις τέσσερις πλευρές του. Συνέχεια των εγκωμίων ακολουθούν ευλογητάρια και στιχηρά ιδιόμελα.

Γενικά τα εγκώμια μεταφέρουν κατανυκτική έκπληξη επί του θείου δράματος, την αναπαράσταση του οποίου τιμούν οι Χριστιανοί. Ιστορικά αποδίδονται κυρίως ως λαϊκής έμπνευσης δημιουργήματα που φέρονται σε κώδικες με διάφορες παραλλαγές. Κάποια όμως εξ αυτών διακρίνονται ιδιαίτερα για την αρχαιότητά τους, ως αντιγραφή, από Βυζαντινούς μαΐστορες, των αρχαίων εγκωμίων προς την Περσεφόνη και την θεά Δήμητρα που ψάλλονταν κατά τα Ελευσίνια Μυστήρια, όπως το "Ω γλυκύ μου Έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνο".
Τα εγκώμια του επιταφίου αποτέλεσαν και τα πρότυπα της δημιουργίας ομοίων για την Κοίμηση της Θεοτόκου, για τον Άγιο Νικόλαο κ.ά.  
Wikipedia


ΕΓΚΩΜΙΑ ΣΤΑΣΗ Α'
Η ζωή εν Τάφω
Χορός Ι.Μ. Βατοπεδίου





ΕΓΚΩΜΙΑ ΣΤΑΣΗ Β'
Άξιον Εστί
Χορός Ι.Μ. Βατοπεδίου





ΕΓΚΩΜΙΑ ΣΤΑΣΗ Γ'
Αι γενεαί αι πάσαι
Χορός Ι.Μ. Βατοπεδίου







Επιτάφιος Θρήνος - Εγκώμια Στάση Πρώτη

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην.

Η ζωή, πώς θνήσκεις;
πώς και τάφω οικείς;
του θανάτου το βασίλειον λύεις δε,
και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.

Μεγαλύνομέν σε,
Ιησού βασιλεύ,
και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου,
δι' ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς.

Μέτρα γης ο στήσας
εν σμικρώ κατοικείς,
Ιησού παμβασιλεύ, τάφω σήμερον,
εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών.

Ιησού Χριστέ μου,
βασιλεύ του παντός,
τι ζητών τοις εν τω Άδη ελήλυθας,
ή το γένος απολύσαι των βροτών;

Ο δεσπότης πάντων
καθοράται νεκρός,
και εν μνήματι καινώ κατατίθεται
ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών.

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης Χριστέ,
και θανάτω σου τον θάνατον ώλεσας
και επήγασας τω κόσμω την ζωήν.

Μετά των κακούργων
ως κακούργος, Χριστέ,
ελογίσθης, δικαιών ημάς άπαντας
κακουργίας του αρχαίου πτερνιστού.

Ο ωραίος κάλλει
παρά πάντας βροτούς
ως ανείδεος νεκρός καταφαίνεται,
ο την φύσιν ωραΐσας του παντός.

Άδης πως υποίσει, Σώτερ,
παρουσίαν την σην
και μη θάττον συνθλασθείη σκοτούμενος,
αστραπής φωτός σου αίγλη εκτυφλωθείς;

Ιησού, γλυκύ μοι
και σωτήριον φως,
τάφω πως εν σκοτεινώ κατακέκρυψαι;
ω αφάτου και αρρήτου ανοχής!

Απορεί και φύσις
νοερά και πληθύς
η ασώματος, Χριστέ, το μυστήριον
της αφράστου και αρρήτου σου ταφής.

Ω θαυμάτων ξένων,
ω πραγμάτων καινών!
ο πνοής μοι χορηγός άπνους φέρεται
κηδευόμενος χερσί του Ιωσήφ.

Και εν τάφω έδυς
και των κόλπων, Χριστέ
των πατρώων ουδαμώς απεφοίτησας·
τούτο ξένον και παράδοξον ομού.

Αληθής και πόλου
και της γης βασιλεύς,
ει και τάφω σμικροτάτω συγκέκλεισαι,
επεγνώσθης πάση κτίσει Ιησού.

Σου τεθέντος τάφω,
πλαστουργέτα Χριστέ,
τα του άδου εσαλεύθη θεμέλια
και μνημεία ανεώχθη των βροτών.

Ο την γην κατέχων
τη δρακί νεκρωθείς,
σαρκικώς υπό της γης νυν συνέχεται,
τους νεκρούς λυτρών της άδου συνοχής.

Εκ φθοράς ανέβης
η ζωή μου, Σωτήρ,
σου θανόντος και νεκροίς προσφοιτήσαντος
και συνθλάσαντος του άδου τους μοχλούς.

Ως φωτός λυχνία
νυν η σαρξ του Θεού
υπό γην ως υπό μόδιον κρύπτεται
και διώκει τον εν άδη σκοτασμόν.

Νοερών συντρέχει
στρατιών η πληθύς
Ιωσήφ συν Νικοδήμω συστείλαι σε
τον αχώρητον εν μνήματι σμικρώ.

Νεκρωθείς βουλήσει
και τεθείς υπό γην
ζωοβρύτα Ιησού μου, εζώωσας
νεκρωθέντα παραβάσει με πικρά.

Ο χειρί σου πλάσας
τον Αδάμ, εκ της γης
δι' αυτόν τη Φύσει γέγονας άνθρωπος
και εσταύρωσαι βουλήματι τω σω.

Ηλλοιούτο πάσα κτίσις
πάθη τω σω·
πάντα γαρ σοι, Λόγε, συνέπασχον,
συνοχέα σε γινώσκοντα παντός.

Της ζωής την πέτραν
εν κοιλίαν λαβών,
άδης ο παμφάγος εξήμεσεν,
εξ αιώνος ους κατέπιε νεκρούς.

Εν καινώ μνημείω
κατετέθης, Χριστέ,
και την φύσιν των βροτών ανεκαίνισας,
αναστάς θεοπρεπώς εκ των νεκρών.

Επί γης κατήλθες,
ίνα σώσης Αδάμ,
και εν γη μη ευρηκώς τούτον, Δέσποτα,
μέχρις άδου κατελήλυθας ζητών.

Συγκλονείται φόβω
πάσα, Λόγε, η γη,
και φωσφόρος τας ακτίνας απέκρυψε,
του μεγίστου γη κρυβέντος σου φωτός.

Ως βροτός μεν θνήσκεις
εκουσίως Σωτήρ,
ως Θεός δε τους θνητούς εξανέστησας
εκ μνημάτων και βυθού αμαρτιών.

Δακρυρρόους θρήνους
επί σε η αγνή
μητρικώς, ω Ιησού, επιρραίνουσα
ανεβόα· πώς κηδεύσω σε Υιέ;

Ώσπερ σίτου κόκκος
υποδύς κόλπους γης
τον πολύχουν αποδέδωκας άσταχυν,
αναστήσας τους βροτούς τους εξ Αδάμ.

Υπό γην εκρύβης,
ώσπερ ήλιος, νυν
και νυκτί τη του θανάτου κεκάλυψαι·
αλλ' ανάτειλον φαιδρότερον, Σωτήρ.

Ως ηλίου δίσκον
η σελήνη, Σωτήρ
αποκρύπτει, και σε τάφος νυν έκρυψεν,
εκλιπόντα τω θανάτω σαρκικώς.

Η ζωή θανάτου
γευσαμένη, Χριστός
εκ θανάτου τους βροτούς ηλευθέρωσε
και τοις πάσι νυν δωρείται την ζωήν.

Νεκρωθέντα πάλαι
τον Αδάμ φθονερώς,
επανάγεις προς ζωήν τη νεκρώσει σου
νέος, Σώτερ, εν σαρκί φανείς Αδάμ.

Νοεραί σε τάξεις,
ηπλωμένον νεκρόν,
καθορώσαι δι' ημάς εξεπλήττοντο,
καλυπτόμεναι ταις πτέρυξι, Σωτήρ.

Καθελών σε, Λόγε
από ξύλου νεκρόν,
εν μνημείω Ιωσήφ νυν κατέθετο.
Αλλ' ανάστα, σώζων πάντας ως Θεός.

Των αγγέλων, Σώτερ,
χαρμονή πεφυκώς,
νυν και λύπης τούτοις γέγονας αίτιος,
καθορώμενος σαρκί άπνους νεκρός.

Υψωθέν εν ξύλω,
και τους ζώντας βροτούς
συνυψοίς· υπό την γην δε γενόμενος,
τούς κειμένους υπ' αυτήν εξανιστάς.

Ώσπερ λέων, Σώτερ,
αφυπνώσας σαρκί,
ως τις σκύμνος ο νεκρός εξανίστασαι,
αποθέμενος το γήρας της σαρκός.

Την πλευράν ενύγης
ο πλευράν ειληφώς
του Αδάμ, εξ ης την Εύαν διέπλασας,
και εξέβλυσας κρουνούς καθαρτικούς.

Εν κρυπτώ μεν πάλαι
θύεται ο αμνός·
συ δ' υπαίθριος τυθείς, ανεξίκακε,
πάσαν κτίσιν απεκάθηρας, Σωτήρ.

Τις εξείποι τρόπον
φρικτόν, όντως καινόν;
ο δεσπόζων γαρ της κτίσεως σήμερον
πάθος δέχεται και θνήσκει δι' ημάς.

Ο ζωής ταμίας
πως οράται νεκρός;
εκπληττόμενοι οι άγγελοι έκραζον·
πώς δ' εν μνήματι συγκλείεται Θεός;

Λογχονύκτου, Σώτερ,
εκ πλευράς σου ζωήν
τη ζωή, τη εκ ζωής εξωσάση με,
επιστάζεις και ζωοίς με συν αυτή.

Απλωθείς εν ξύλω
συνηγάγου βροτούς·
την πλευράν σου δε νυγείς την ζωήρρυτον,
πάσιν άφεσιν πηγάζεις, Ιησού.

Ο ευσχήμων, Σώτερ,
σχηματίζει φρικτώς
και κηδεύει ως νεκρόν ευσχημόνως σε
και θαμβείταί σου το σχήμα το φρικτόν.

Υπό γην βουλήσει
κατελθών ως θνητός,
επανάγεις από γης προς ουράνια
τους εκείθεν πεπτωκότας, Ιησού.

Καν νεκρός ωράθης,
αλλά ζων ως Θεός
νεκρωθέντας τους βροτούς ανεζώωσας,
τον εμόν απονεκρώσας νεκρωτήν.

Ω χαράς εκείνης!
ω πολλής ηδονής!
ήσπερ τους εν Άδη πεπλήρωκας,
εν πυθμέσι φως αστράψας ζοφεροίς.

Προσκυνώ το πάθος,
ανυμνώ την ταφήν,
μεγαλύνω σου το κράτος, φιλάνθρωπε,
δι' ων λέλυμαι παθών φθοροποιών.

Κατά σου ρομφαία
εστιλβούτο, Χριστέ,
και ρομφαία ισχυρού μεν αμβλύνεται
και ρομφαία δε τροπούται της Εδέμ.

Η αμνάς τον άρνα
βλέπουσα εν σφαγή
ταις αικίσι βαλλομένη ηλάλαζε,
συγκινούσα και το ποίμνιον βοάν.

Καν ενθάπτη τάφω,
καν εις Άδου μολής,
αλλά, Σώτερ, και τους τάφους εκένωσας
και τον Άδην απεγύμνωσας Χριστέ.

Εκουσίως, Σώτερ,
κατελθών υπό γην,
νεκρωθέντας τους βροτούς ανεζώωσας
και ανήγαγες εν δόξη πατρική.

Της Τριάδος ο εις
εν σαρκί δι' ημάς
επονείδιστον υπέμεινε θάνατον·
φρίττει ήλιος και τρέμει δε η γη.

Ως πικράς εκ κρήνης,
της Ιούδα φυλής
οι απόγονοι εν λάκκω κατέθεντο
τον τροφέα μανναδότην Ιησού.

Ο κριτής ως κρίτος
προ Πιλάτου κριτού
και παρίστατο και θάνατον άδικον
κατεκρίθη δια ξύλου σταυρικού.

Αλαζών Ισραήλ,
μιαιφόνε λαέ,
τι παθών τον Βαραββάν ηλευθέρωσας,
τον Σωτήρα δε παρέδωκας σταυρώ;

Ο χειρί σου πλάσας
τον Αδάμ εκ της γης,
δι' αυτόν τη φύσει γέγονας άνθρωπος
και εσταύρωσαι βουλήματι τω σω.

Υπακούσας, Λόγε,
τω ιδίω Πατρί,
μέχρις άδου του δεινού καταβέβηκας
και ανέστησας, το γένος των βροτών.

Οίμοι, φως του κόσμου
οίμοι φως το εμόν!
Ιησού μου ποθεινότατε, έκραζεν
η Παρθένος θρηνωδούσα γοερώς.

Φθονουργέ, φονουργέ,
και αλάστορ λαέ,
καν σινδόνας και αυτό το σουδάριον
αισχύνθητι, αναστάντος του Χριστού.

Δολοφόνε δεύρο,
μιαρέ μαθητά,
και τον τρόπον της κακίας σου δείξόν μοι,
δι’ όν γέγονας προδότης του Χριστού.

Ως φιλάνθρωπός τις
υποκρίνει, μωρέ
και τυφλέ πανολεθρότατε άσπονδε,
ο το μύρον πεπρακώς δια τιμής.

Ουρανίου μύρου
ποίαν έσχες τιμήν;
του τιμίου τι εδέξω αντάξιον;
λύσσαν εύρες καταρώτατε Σατάν.

Ει φιλόπτωχος ει
και το μύρον λυπεί,
κενουμένου εις ψυχής ιλαστήριον,
πως χρυσώ απεμπολείς τον φωταυγή;

Ω Θεέ και λόγε,
ω χαρά η εμή,
πως ενέγκω σου ταφήν την τριήμερον;
νυν σπαράττομαι τα σπλάχνα μητρικώς.

Τις μοι δώσει ύδωρ
και δακρύων πηγάς;
η θεόνυμφος Παρθένος εκραύγαζεν,
ίνα κλαύσω τον γλυκύν μου Ιησούν;

Ω βουνοί και νάπαι
και ανθρώπων πληθύς,
κλαύσατε και πάντα θρηνήσατε
συν εμοί τη του Θεού υμών Μητρί.

Πότε ίδω, Σώτερ,
σε το άχρονον φως,
την χαράν και ηδονήν της καρδιάς μου;
η Παρθένος ανεβόα γοερώς.

Καν ως πέτρα, Σώτερ,
η ακρότομος συ
κατεδέξω την τομήν, αλλ' επήγασας
ζων το ρείθρον ως πηγήν ων της ζωής.

Ως εν κρήνης μιάς
τον διπλούν ποταμόν
της πλευράς σου προχεούσης αρδόμενοι,
την αθάνατον καρπούμεθα ζωήν.

Θέλων ώφθης, Λόγε,
εν τω τάφω νεκρός,
αλλά ζης και τους βροτούς, ως προείρηκας,
αναστάσει σου, Σωτήρ μου, εγερείς.

Δόξα Πατρί
Ανυμνούμεν, Λόγε,
σε τον πάντων Θεόν,
συν Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι,
και δοξάζομεν την θείαν σου ταφήν.

Και νυν
Μακαρίζομέν σε
Θεοτόκε αγνή,
και τιμώμεν την ταφήν την τριήμερον
του Υιού σου και Θεού ημών πιστώς.

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην.


Επιτάφιος Θρήνος - Εγκώμια Στάση Δεύτερη
Άξιον εστί
μεγαλύνειν σε τον ζωοδότην,
τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείναντα
και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού.
Άξιον εστί
μεγαλύνειν σε τον πάντων κτίστην·
τοις σοις γαρ παθήμασιν, έχομεν
την απάθειαν, ρυσθέντες της φθοράς.
Έφριξεν η γη,
και ο ήλιος, Σώτερ, εκρύβη,
σου του ανεσπέρου φέγγους, Χριστέ,
δύναντος εν τάφω σωματικώς.
Ύπνωσας, Χριστέ,
τον φυσίζωον ύπνον εν τάφω
και βαρέος ύπνου εξήγειρας
του της αμαρτίας το των ανθρώπων γένος.
Μόνη γυναικών
χωρίς πόνον έτεκόν σε, τέκνον,
πόνους δε νυν φέρω πάθει τω σω
αφορήτους, έλεγεν η σεμνή.
Άνω σε, Σωτήρ,
αχωρίστως τω Πατρί συνόντα,
κάτω δε νεκρόν ηπλωμένον γη
φρίττουσιν ορώντα τα Σεραφείμ.
Ρήγνυται ναού
καταπέτασμα τη ση σταυρώσει,
κρύπτουσι φωστήρες, Λόγε, το φως
σου κρυβέντος, Ήλιε, υπό γην.
Γης ο κατ' αρχάς
μόνω νεύματι πήξας τον γύρον,
άπνους ως βροτός καθυπέδυ γην·
φρίξον τω θεάματι, ουρανέ.
Έδυς υπό γην
ο τον άνθρωπον χειρί σου πλάσας
ιν' εξαναστήσης του πτώματος
των βροτών τα στίφη πανσθενεστάτω κράτει.
Θρήνον ιερόν
δεύτε άσωμεν Χριστώ θανόντι,
ως αι μυροφόροι γυναίκες πριν
ίνα και το χαίρε ακουσώμεθα συν αυταίς.
Μύρον αληθώς
συ ακένωτον υπάρχεις, Λόγε·
όθεν σοι και μύρα προσέφερον
ως νεκρώ τω ζώντι γυναίκες μυροφόροι.
Άδου μεν ταφείς
τα βασίλεια, Χριστέ, συντρίβεις,
θάνατον θανάτω δε θανατοίς
και φθοράς λυτρούσαι τους γηγενείς.
Ρείθρα της ζωής
η προχέουσα Θεού σοφία
τάφον υπεισδύσα ζωοποιεί
τους εν τοις αδύτοις Άδου μυχοίς.
Ίνα των βροτών
καινουργήσω συντριβείσαν φύσιν,
πέπληγμαι θανάτω θελών σαρκί,
Μήτερ ουν μη κόπτου τοις οδυρμοίς.
Έδυς υπό γην
ο φωσφόρος της δικαιοσύνης
και νεκρούς ώσπερ εξ ύπνου εξήγειρας,
εκδιώξας άπαν το εν τω άδη σκότος.
Κόκκος διφυής
ο φυσίζωος εν γης λαγόσι
σπείρεται, συν δάκρυσι σήμερον,
αλλ' αναβλαστήσας κόσμον χαροποιήσει.
Έπτηξεν Αδάμ
Θεού βαίνοντος εν Παραδείσω,
χαίρει δε προς άδην φοιτήσαντος,
πεπτωκός το πρώην και νυν εγηγερμένος.
Σπένδει σοι χοάς
η τεκούσα σε, Χριστέ, δακρύων,
σαρκικώς κατατεθέντι εν μνήματι,
εκβοώσα· Τέκνον ανάστα, ως προέφης.
Τάφω Ιωσήφ
ευλαβώς σε τω καινώ συγκρύπτων,
ύμνους εξοδίους θεοπρεπείς
τοις συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι, Σωτήρ.
Ήλοις σε σταυρώ
πεπαρμένον η ση μήτηρ, Λόγε
βλέψασα, τοις ήλοις λύπης πικράς
βέβληται και βέλεσι την ψυχήν.
Σε τον του παντός
γλυκασμόν η μήτηρ καθορώσα
πόμα ποτιζόμενον το πικρόν,
δάκρυσι τας όψεις βρέχει πικρώς.
Τέτρωμαι δεινώς
και σπαράττομαι τα σπλάχνα, Λόγε,
βλέπουσα την άδικον σου σφαγήν·
έλεγεν η πάναγνος εν κλαυθμώ.
Όμμα το γλυκύ
και τα χείλη σου πως μύσω, Λόγε;
πως νεκροπρεπώς δε κηδεύσω Σε;
φρίττων ανεβόα ο Ιωσήφ.
Ύμνους Ιωσήφ
και Νικόδημος επιταφίους
άδουσι Χριστώ νεκρωθέντι νυν·
άδει δε συν τούτους και Σεραφείμ.
Δύνεις υπό γην,
Σώτερ, ήλιε δικαιοσύνης·
όθεν η τεκούσα σελήνη σε ταις
λύπαις εκλείπει, της θέας στερουμένη.
Έφριξεν ορών,
Σώτερ, Άδης σε τον ζωοδότην
πλούτον τον εκείνου σκυλεύοντα
και τους απ' αιώνος νεκρούς εξανιστώντα.
Ήλιος φαιδρόν
απαστράπτει μετά νύκτα, Λόγε,
και συ δ' αναστάς εξαστράψειας
μετά θάνατον φαιδρώς ως εκ παστού.
Γη σε, πλαστουργέ,
υπό κόλπους δεξαμενή,
τρόμω συσχεθείσα, Σώτερ, τινάσσεται,
αφυπνώσασα νεκρούς τω τιναγμώ.
Μύροις σε, Χριστέ,
ο Νικόδημος και ο ευσχήμων
νυν καινοπρεπώς περιστείλαντες,
Φρίξον, ανεβόων, πάσα η γη!
Έδυς, φωτουργέ,
και συνέδυ σοι το φως ηλίου·
τρόμω δε η κτίσις συνέχεται,
πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.
Λίθος λαξευτός
τον ακρόγωνον καλύπτει λίθον·
άνθρωπος θνητός δ' ως θνητόν Θεόν
κρύπτει νυν τω τάφω· φρίξον η γη!
Ίδε μαθητήν,
ον ηγάπησας και σην μητέρα,
τέκνον, και φθογγήν δος, γλυκύτατον,
έκραζε δακρύουσα η Αγνή.
Συ ως ων ζωής
χορηγός, Λόγε, τους Ιουδαίους
εν σταυρώ ταθείς ουκ ενέκρωσας,
αλλ' ανέστησας και τούτων τους νεκρούς.
Κάλλος, Λόγε, πριν,
ουδέ είδος εν τω πάσχειν έσχες,
αλλ' εξαναστάς υπερέλαμψας,
καλλωπίσας τους βροτούς θείαις αυγαίς.
Έδυς τη σαρκί
ο ανέσπερος εις γην φωσφόρος·
και μη φέρων βλέπειν ο ήλιος
εσκοτίσθη μεσημβρίας εν ακμή.
Ήλιος ομού
και σελήνη σκοτισθέντες, Σώτερ,
δούλους ευνοούντας εικόνιζον,
οι μελαίνας αμφιέννυνται στολάς.
Οίδε σε Θεόν
Εκατόνταρχος, καν ενεκρώθεις·
πως σε ουν, Θεέ μου, ψαύσω χερσί;
φρίττω, ανεβόα ο Ιωσήφ.
Ύπνωσεν Αδάμ,
αλλά θάνατον πλευράς εξάγει·
συ δε νυν υπνώσας, Λόγε Θεού,
βρύεις εκ πλευράς σου κόσμω ζωήν.
Ύπνωσας μικρόν
και εζώωσας τους τεθνεώτας
και εξαναστάς εξανέστησας
τους υπνούντας εξ αιώνων Αγαθέ.
Ήρθης από γης,
αλλ' ανέβλυσας της σωτηρίας
σου τον οίνον, ζωήρυττε άμπελε.
Δοξάζω σου το πάθος και τον σταυρόν.
Πως οι νοεροί
ταγματάρχαι σε, Σωτήρ, ορώντες
γυμνόν, ημαγμένον, κατάκριτον,
έφερον την τόλμην των σταυρωτών;
Αραβιανόν,
σκολιώτατον γένος Εβραίων,
έγνως την ανέγερσιν του ναού·
δια τι κατέκρινας τον Χριστόν!
Χλαίναν εμπαιγμού
τον κοσμήτορα πάντων ενδύεις,
ος τον ουρανόν κατηστέρωσε
και την γην εκόσμησε θαυμαστώς.
Ώσπερ πελεκάν,
τετρωμένος την πλευράν σου, Λόγε,
σους θανόντας παίδας εζώωσας,
επιστάξας ζωτικούς αυτοίς κρουνούς.
Ήλιον το πριν
Ιησούς τους αλλοφύλους κόπτων
έστησεν· αυτόν δε απέκρυψας,
καταβάλλων τον του σκότους αρχηγόν.
Κόλπων πατρικών
ανεκφοίτητος μείνας, οικτίρμον,
και βροτός γενέσθαι ευδόκησας
και εις άδην καταβέβηκας, Χριστέ.
Ήρθη σταυρωθείς
ο εν ύδασι την γην κρεμάσας
και ως άπνους εν αυτή νυν προσκλίνεται,
ο μη φέρουσα εσείετο δεινώς.
Οίμοι, ω Υιέ!
η απείρανδρος θρηνεί και λέγει·
ον ως βασιλέα γαρ ήλπιζον,
κατάκριτον νυν βλέπω εν σταυρώ.
Ταύτα Γαβριήλ
μοι απήγγειλεν, ότε κατέπτη,
ος την βασιλείαν αιώνιον
έφη του Υιού μου του Ιησού.
Φευ! του Συμεών
εκτετέλεσται η προφητεία·
η γαρ ση ρομφαία διέδραμε
την εμήν καρδίαν Εμμανουήλ.
Καν τους εκ νεκρών
επαισχύνθητε, ω Ιουδαίοι,
ους ο ζωοδότης ανέστησεν,
ον υμείς εκτείνατε φθονερώς.
Έφριξεν ιδών
το αόρατον φως, σε Χριστέ μου,
μνήματι κρυπτόμενον άπνουν τε,
και εσκότασεν ο ήλιος το φως
Έκλαιε πικρώς
η πανάμωμος μήτηρ σου, Λόγε,
ότε εν τω τάφω εώρακε
σε τον άφραστον και άναρχον Θεόν.
Νέκρωσιν την σην
η πανάφθορος, Χριστέ, σου μήτηρ
βλέπουσα, πικρώς σοι εφθέγγετο·
Μη βραδύνης, η ζωή, εν τοις νεκροίς.
Άδης ο δεινός
συνετρόμαξεν, ότε σε είδεν,
ήλιε της δόξης αθάνατε,
και εδίδου τους δεσμίους εν σπουδή.
Μέγα και φρικτόν,
Σώτερ, θέαμα νυν καθοράται!
ο ζωής γαρ πέλων παραίτιος
θάνατον υπέστη, ζωώσαι θέλων πάντας.
Νύττη την πλευράν
και ηλούσαι, δέσποτα, τας χείρας,
πληγήν εκ πλευράς σου ιώμενος
και την ακρασίαν χειρών των προπατόρων.
Πριν τον της Ραχήλ
υιόν έκλαυσεν άπας κατ' οίκον·
νυν τον της Παρθένου εκόψατο
μαθητών χορεία συν τη Μητρί.
Ράπισμα χειρών
Χριστού δέδωκαν εν σιαγόνι,
του χειρί τον άνθρωπον πλάσαντος
και τας μύλας θλάσαντος του θηρός.
Ύμνοις σου, Χριστέ,
νυν την σταύρωσιν και την ταφήν τε
άπαντες πιστοί εκθειάζομεν,
οι θανάτου λυτρωθέντες ση ταφή.
Δόξα Πατρί
Άναρχε Θεέ,
συναΐδιε Λόγε και Πνεύμα,
σκήπτρα των ανάκτων κραταίωσον
κατά πολεμίων, ως αγαθός.
Και νυν
Τέξασα ζωήν,
παναμώμητε αγνή Παρθένε,
παύσον Εκκλησίας τα σκάνδαλα
και βράβευσον ειρήνην, ως αγαθή.
Άξιον εστί
μεγαλύνειν σε τον ζωοδότην
τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείναντα
και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού.
 
 

Επιτάφιος Θρήνος - Εγκώμια Στάση Τρίτη
 
Αι γενεαί πάσαι,
ύμνον τη ταφή σου
προσφέρουσι, Χριστέ μου.
Καθελών του ξύλου
ο Αριμαθαίας
εν τάφω σε κηδεύει.
Μυροφόροι ήλθον
μύρα σοι, Χριστέ μου,
κομίζουσαι προφρόνως.
Δεύρο πάσα κτίσις
ύμνους εξοδίους
προσοίσωμεν τω Κτίστη.
Ως νεκρός τον ζώντα
συν μυροφόροις πάντες
μυρίσωμεν εμφρόνως.
Ιωσήφ τρισμάκαρ,
κήδευσον το σώμα
του Χριστού του ζωοδότου.
Ους έθρεψε το μάννα,
εκίνησαν την πτέρναν
κατά του ευεργέτου.
Ους έθρεψε τω μάννα,
φέρουσι τω Σωτήρι
χολήν άμα και όξος.
Ω της παραφροσύνης
και της χριστοκτονίας
της των προφητοκτόνων!
Ως άφρων υπηρέτης
προδέδωκεν ο μύστης
την άβυσσον σοφίας.
Τον ρύστην ο πωλήσας
αιχμάλωτος κατέστη,
ο δόλιος Ιούδας.
Κατά τον Σολομώντα,
βόθρος βαθύς το στόμα
Εβραίων παρανόμων.
Εβραίων παρανόμων
εν σκολιαίς πορείαις
τρίβολοι και παγίδες.
Ιωσήφ κηδεύει
συν τω Νικοδήμω
νεκροπρεπώς τον Κτίστην.
Ζωοδότα Σώτερ,
δόξα σου τω κράτει,
τον Άδην καθελόντι.
Ύπτιον ορώσα
η πάναγνός σε, Λόγε,
μητροπρεπώς εθρήνει.
Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
που έδυ σου το κάλλος;
Θρήνον συνεκίνει
η πάναγνός σου μήτηρ,
σου Λόγε νεκρωθέντος.
Γύναια συν μύροις
ήκουσι μυρίσαι
Χριστόν το θείον μύρον.
Θάνατον θανάτω
συ θανατοίς, Θεέ μου,
θεία σου δυναστεία.
Πεπλάνηται ο πλάνος,
ο πλανηθείς λυτρούται
σοφία ση, Θεέ μου.
Προς τον πυθμένα Άδου
κατήχθη ο προδότης,
διαφθοράς εις φρέαρ.
Τρίβολοι και παγίδες
οδοί του τρισαθλίου
παράφρονος Ιούδα.
Συναπολούνται πάντες
οι σταυρωταί σου, Λόγε,
Υιέ Θεού παντάναξ.
Διαφθοράς εις φρέαρ
συναπολούνται πάντες
οι άνδρες των αιμάτων.
Υιέ Θεού παντάναξ,
Θεέ μου, πλαστουργέ μου,
πως πάθος κατεδέξω;
Η δάμαλις τον μόσχον
εν ξύλω κρεμασθέντα
ηλάλαζεν ορώσα.
Σώμα το ζωηφόρον
ο Ιωσήφ κηδεύει
μετά του Νικοδήμου.
Ανέκραζεν η κόρη
θερμώς δακρυρροούσα,
τα σπλάχνα κεντουμένη.
Ω φως των οφθαλμών μου,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πως τάφω νυν καλύπτη;
Τον Αδάμ και Εύαν
ελευθερώσαι Μήτερ,
μη θρήνει, ταύτα πάσχω.
Δοξάζω σου, Υιέ μου,
την άκραν ευσπλαγχνίαν,
ής χάριν ταύτα πάσχεις.
Όξος εποτίσθης
και χολήν, οικτίρμον,
την πάλαι λύων γεύσιν.
Ικρίω προσεπάγης
ο πάλαι τον λαόν σου
στύλω νεφέλης σκέπων.
Αι μυροφόροι, Σώτερ,
τω τάφω προσελθούσαι
προσέφερόν σοι μύρα.
Ανάστηθι, οικτίρμον,
ημάς εκ των βαράθρων
εξανιστών του Άδου.
Ανάστα, ζωοδότα,
η σε τεκούσα μήτηρ
δακρυρροούσα λέγει.
Σπεύσον εξαναστήναι
την λύπην λύων, Λόγε,
της σε αγνώς τεκούσης.
Ουράνιαι δυνάμεις
εξέστησαν τω φόβω
νεκρόν σε καθορώσαι.
Τοις πόθω τε και φόβω
τα πάθη σου τιμώσι
δίδου πταισμάτων λύσιν.
Ω φρικτόν και ξένον
θέαμα, Θεού Λόγε!
πως γη σε συγκαλύπτει;
Φέρων πάλαι φεύγει.
Σώτερ, Ιωσήφ σε,
και νυν σε άλλος θάπτει.
Κλαίει και θρηνεί σε
η πάναγνός σου μήτηρ,
Σωτήρ μου, νεκρωθέντα.
Φρίττουσιν οι νόες
την ξένην και φρικτήν σου
ταφήν του πάντων κτίστου.
Έρραναν τον τάφο
οι μυροφόροι μύρα
λίαν πρωί ελθούσαι.
Ειρήνην Εκκλησία,
λαώ σου σωτηρίαν
δώρησαι ση εγέρσει.
Δόξα Πατρί
Ω Τριάς, Θεέ μου
Πατήρ, Υιός και Πνεύμα,
ελέησον τον κόσμον.
Και νυν
Ιδείν την του Υιού σου
ανάστασιν Παρθένε,
αξίωσον σους δούλους.
Αι γενεαί πάσαι
ύμνον τη ταφή σου
προσφέρουσι, Χριστέ μου.