Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Ο μαύρος πυγμάχος, ο «αγώνας του αιώνα» και ένα άγνωστο πογκρόμ

ΗΠΑ, 4η Ιουλίου, Ημέρα της Ανεξαρτησίας, 1910. Ο θυμός για τη φυλετικά διαιρεμένη χώρα, ξεσπά. Από το Χιούστον και τη Νέα Υόρκη, μέχρι το Σεν Λούις, τη Νέα Ορλεάνη και το Λος Άντζελες οι ταραχές «εξαπλώνονται» στις Πολιτείες των ΗΠΑ όπως η φωτιά στα ξερόχορτα.
Την επομένη οι εφημερίδες γράφουν: «Ένας άνθρωπος
πυροβολήθηκε στο Άρκανσο… δύο νέγροι (sic) σκοτώθηκαν στη λίμνη Providence… ένας νέγρος σκοτώθηκε σε Ντάργουιν… ένας νέγρος τραυματίστηκε θανάσιμα στο Roundeye».
Η νίκη του πυγμάχου Τζακ Τζόνσον, του πρώτου μαύρου παγκόσμιου πρωταθλητή βαρέων βαρών, ο οποίος έριξε νοκ άουτ τον λευκό Jim Jeffries, γίνεται η αιτία για να βγουν στους δρόμους «αγανακτισμένοι» λευκοί, οι οποίοι μην αντέχοντας να βλέπουν τους μαύρους να πανηγυρίζουν, τους επιτίθενται, τους λιντσάρουν, τους σκοτώνουν.
Στη γειτονιά San Juan Hill του Μανχάταν, όχλος λευκών βάζει φωτιά σε πολυκατοικία που κατοικούσαν μαύροι. Φροντίζουν προηγουμένως να κλειδώσουν την είσοδο εγκλωβίζοντας τους ενοίκους.
Στην Ουάσιγκτον, δύο λευκοί μαχαιρώνονται μέχρι θανάτου από μαύρους. Μόνο στην Ουάσιγκτον συλλαμβάνονται 236 άτομα. Στην Ομάχα της Νεμπράσκα, ένας μαύρος βρίσκεται πνιγμένος στην καρέκλα ενός κουρέα, ενώ στο Wheeling της Δυτικής Βιρτζίνια, μαύρος που οδηγούσε ένα ακριβό αυτοκίνητο, βασανίζεται από τον όχλο. Στο τέλος, τον κρεμούν από την αγχόνη.
Γιος πρώην σκλάβων, ο Jack Johnson γεννήθηκε στο Γκάλβεστον του Τέξας. Δύο χρόνια πριν τη μεγάλη νίκη, είχε συγκλονίσει τον κόσμο της πυγμαχίας όταν κέρδισε το πρωτάθλημα βαρέων βαρών στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας.
Χαρισματικός, ευφυής, πλούσιος (από τον αθλητισμό), καλοντυμένος και προφανώς, ασταμάτητος, στην πραγματικότητα τόλμησε να «τα βάλει» με το «ανήσυχο» λευκό κοινό. Ο συγγραφέας Τζακ Λόντον έγραφε τότε, θορυβημένος μετά τη νίκη του στην Αυστραλία ότι, ο «… συνταξιούχος Τζέφρις πρέπει να να βγει από το αγρόκτημα του και να σκουπίσει το χαμόγελο από το πρόσωπο του Jack Johnson».
Ο (τρομακτικός) μποξέρ στην κατηγορία βαρέων βαρών, Jim Jeffries  είχε εγκαταλείψει την πυγμαχία έξι χρόνια πριν και είχε αποσυρθεί στο ράντσο του. Ο Jeffries αρνούνταν συστηματικά να ανέβει στο ρινγκ με μαύρο αντίπαλο. Τί τον έπεισε να φορέσει  ξανά τα γάντια; Η αμοιβή. Ένα ποσό που με σημερινά δεδομένα, έφτανε τα 3,7 εκατ. δολάρια. Ήταν  «η μεγάλη λευκή ελπίδα» και το «πακέτο» ήταν αντίστοιχο του διαμετρήματος.




Ήταν εύκολο για έναν πυγμάχο στην ακμή του, όπως ο Johnson να καλωσορίσει έναν αγώνα υψηλού προφίλ.
Ο Jack αγαπούσε τη δημοσιότητα και ήδη από τότε οι σταρ του αθλητισμού ήταν πριν από όλα «διασκεδαστές». Αλλά, ενώ ήταν σταρ προκαλούσε σφοδρή εχθρότητα μεταξύ των λευκών: Αγόραζε ακριβά αυτοκίνητα, αγαπούσε τον τζόγο και -το χειρότερο από όλα- είχε λευκές ερωμένες. Με δυό λόγια, είχε ακριβώς το στιλ του μαύρου που οι λευκοί ρατσιστές δεν μπορούσαν να ανεχθούν.
Όπως γράφει το timeline.com, ήθελαν να τον δουν να συντρίβεται. Ήθελαν να ηττηθεί. Ένας δημοσιογράφος έγραφε «… μία ήττα που να δείξει στα εκατομμύρια των λευκών σε όλα τα μέρη του κόσμου ότι υπάρχει ένας Καυκάσιος που είναι φυσικά ανώτερος ακόμη και από τον μεγαλύτερο μαύρο πυγμάχο όλων των εποχών».



Οι δημοσιογράφοι παρακολουθούν στενά την περίοδο της προετοιμασίας των δύο μονομάχων.
Το training- ο αγώνας είχε οριστεί για την 4η Ιουλίου, Ημέρα της Ανεξαρτησίας στις ΗΠΑ- κράτησε μήνες και η είδηση όλο αυτό το διάστημα ήταν ψηλά. Τα στοιχήματα ήταν υπέρ του Jeffries με απόδοση 7 προς 10.




Η Αφροαμερικανική κοινότητα εναπόθεσε τις ελπίδες της στον Jack. Στο Hutchinson του Κάνσας, 1.200 μέλη μιας μαύρης εκκλησίας οργανώνουν υπαίθρια προσευχή για την καλή τύχη του Jack Johnson.
Ωστόσο, άλλες μαύρες κοινότητες ανησυχούσαν, εκτιμώντας ότι, η πνευματική νίκη θα έρθει με πολύ μεγάλο κόστος… Στο Πίτσμπουργκ, το αίτημά της κοινότητας της Αφροαμερικανών να διοργανωθεί παρέλαση, έστω και με την προοπτική της νίκης του Τζόνσον, απορρίφθηκε μετά το όργιο φημών ότι, οι λευκοί κάτοικοι θα σαμποτάρουν την παρέλαση ρίχνοντας τούβλα από τις στέγες.





Τελικά, την 4η Ιουλίου 1910, στη μέση της ερήμου της Νεβάδα, 20.000 άνθρωποι γέμισαν τις ξύλινες κερκίδες που στήθηκαν ειδικά για τον αγώνα.
Στην είσοδο έγινε σωματικός έλεγχος για όπλα.
Ο αγώνας ξεκίνησε στις 2:30 μ.μ. Ο Τζέφρις αρνήθηκε να σφίξει το χέρι του αντιπάλου του, αλλά ο Τζόνσον -παρότι, όπως είχε γράψει στην αυτοβιογραφία του, ήξερε ότι, το μεγαλύτερο μέρος του κοινού ήταν εχθρικό- ήταν άνετος, παρά τις ύβρεις που εκτοξεύονταν.





Ο Τζέφρις ήταν απογοητευτικός, πολύ αργός και κυρίως, ανίκανος να σπάσει την άμυνα του Τζόνσον. Στον προτελευταίο γύρο, η μύτη του Jeffries ήταν σπασμένη και το μέτωπό του πρησμένο. Στον δέκατο πέμπτο γύρο, ο Τζόνσον τον έριξε νοκ άουτ και κέρδισε τη «μάχη του αιώνα».





Στον απόηχο του αγώνα, ο απολογισμός από τις ταραχές που ξέσπασαν ήταν τραγικός: Σύμφωνα με τις αρχές ο αριθμός των νεκρών κυμαίνεται μεταξύ 11 και 26 ανθρώπων.



Εκατοντάδες έπεσαν θύματα επίθεσης και ξυλοδαρμού.
Για να ηρεμήσουν τα πνεύματα, απαγορεύτηκε η προβολή με το βίντεο του αγώνα στις κινηματογραφικές αίθουσες, ενώ το Κογκρέσο επιχείρησε να περάσει νομοσχέδιο για την απαγόρευση προβολής ταινιών με αγώνες πυγμαχίας.

Ο βιογράφος του Τζόνσον, Geoffrey C. Ward τόνισε ότι, τόσο ευρείας κλίμακας φυλετική βία, όσο στην περίπτωση όσων ακολούθησαν τον «αγώνα του αιώνα», έζησε ηΑμερική μόνο με τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, 58 χρόνια αργότερα.

http://im1.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2017/16/225597-1-gewhinqocx5jmuvh5-hslq.jpeg

TVXS
24/.4/2017