Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Επί ξύλου..

[...]Το ερώτημα εάν ο Χριστός πέθανε επάνω στο Σταυρό είναι βεβαίως συνυφασμένο με τον τρόπο με τον οποίο πεθαίνει ο σταυρωμένος άνθρωπος.
Σύμφωνα με μία κοινή, διαδεδομένη αντίληψη, ο θάνατος επάνω στο σταυρό, επέρχεται από τον πόνο και την αιμορραγία που προκαλούν τα καρφιά που έχουν τρυπήσει τα χέρια και τα πέλματα του εσταυρωμένου. Όπως θα δούμε, αυτά δεν είναι παρά ένα μικρό απλώς, πολύ βασανιστικό, όπως θα αναπτύξουμε, συμπλήρωμα, αλλά όχι με πρωτεύοντα ρόλο στην πρόκληση του θανάτου. Ο θάνατος του σταυρού, ο θάνατος του Χριστού επάνω στο Σταυρό, είχε πολλά προδιαθετικά αίτια.


Ανάμεσα σ’ αυτά, θα αναφέρουμε τα κτυπήματα που δέχθηκε ο Κύριος, τον οποίον «ἐράπιζον, ἐκολάφιζον, ἔτυπτον, ἔδερον», όπως διαβάζουμε στα Ευαγγέλια, οι βάρβαροι στρατιώται της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με όλη τη δύναμη η οποία, όπως γνωρίζουμε τους χαρακτήριζε, αλλά και την τραχύτητα, με την οποία ήταν συνηθισμένοι, όπως επίσης γνωρίζουμε, να εκτελούν τα μαρτύρια και τις ποινές. Αλλά ενώ ξέρουμε ότι ένα ισχυρό χτύπημα από το χέρι ενός καλά γυμνασμένου στρατιώτη στο πρόσωπο ενός απροστάτευτου ανθρώπου μπορεί να τον φέρει σε κατάσταση λιποθυμίας ή αφασίας, αυτό θα το αντιπαρέλθουμε. Θα το αντιπαρέλθουμε, για να φθάσουμε σε μία φράση, που ίσως, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή την ακούμε, διότι σαν μετοχή απλώς του αορίστου αναφέρεται στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο: «φραγγελώσας παρέδωσεν αὐτόν…» (Μάρκ. Ιε’ 15).

Τι ήταν το φραγγέλιο; Ίσως νομίζουμε ότι το φραγγέλιο ήταν μία απλή μαστίγωση. Δεν είναι καθόλου έτσι. Έδεναν αυτόν που επρόκειτο να υποστεί αυτό το μαρτύριο σε μία κολώνα και ο ειδικός δήμιος που θα εκτελούσε τη φραγγέλωση, έπαιρνε ένα βαρύ μαστίγιο το οποίο κατέληγε σε πολλές λουρίδες. Πάνω στις λωρίδες, ήταν δεμένες σφαίρες από μολύβι ή οστάρια ζώων -συνήθως κότσια από αρνί. Με όλη τη δύναμη που διέθετε, άρχιζε να χτυπάει τη ράχη του δεμένου ανθρώπου. Από τα πρώτα χτυπήματα ξεσχιζόταν το δέρμα του ανθρώπου που υφίστατο τη φραγγέλωση. Πολύ σύντομα, ύστερα από μερικά χτυπήματα, καταξεσχίζονταν και αποκολούνταν τελείως οι σάρκες της ράχης. Αναφέρονται στην Ιστορία, αρκετές περιπτώσεις καταδίκων, οι οποίοι υπέκυψαν στα τραύματά τους κατά τη διάρκεια της φραγγέλωσης.

Αφού τελείωνε η διαδικασία της φραγγέλωσης, όπως την περιγράψαμε, πάνω σ’ αυτήν την καταξεσχισμένη, καταματωμένη και καταπονεμένη ράχη, σήκωσε ο Χριστός τον Σταυρό Του, κατασκευασμένον από ξύλο βαρύτατο, ώστε να μπορέσει να σηκώσει επάνω του το βάρος ενός ανθρώπου, χωρίς να θραυσθεί. Όπως είναι πολύ φυσικό και απολύτως αναμενόμενο να συμβεί, ο Χριστός λύγισε κάτω από το βάρος του Σταυρού, ήδη εξαντλημένος και με αιμορραγία τέτοια, που του είχε και που συνέχιζε να του στοιχίζει, απώλεια δυνάμεων. Λύγισε κάτω από το βάρος του Σταυρού και έπεσε, όπως υποστηρίζουν οι παραδόσεις, με το πρόσωπο πάνω στη γη. Με το πρόσωπο, χωρίς καν να μπορέσει να προστατεύσει το σώμα του από τις συνέπειες της πτώσης, εξαιτίας του Σταυρού, ο οποίος έπεσε με όλο του το βάρος επάνω στο κατατραυματισμένο σώμα Του. Για να μην πεθάνει πριν φθάσει καν στο ύψωμα του Γολγοθά, ανέθεσαν, όπως είναι γνωστό, στο Σίμωνα τον Κυρηναίο να σηκώσει τον Σταυρό για τον υπόλοιπο δρόμο. Στην παράθεση των κακώσεων που υπέστη ο Χριστός και τις συνέπειές τους πριν καν ανεβεί στο Σταυρό, θα αναφέρουμε τον ακάνθινο στέφανο, τα αγκάθια του οποίου είχαν τραυματίσει σε πολλά σημεία το κεφάλι Του. Όλοι όσοι έχουν μία πείρα από θάλαμο ατυχημάτων του Νοσοκομείου, σαφώς γνωρίζουν την ιδιαίτερη τάση που έχουν να αιμορραγούν τα τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής.

Αυτό λοιπόν το έξαιμο, το άκρως καταπονημένο σώμα, καρφώθηκε πάνω στο Σταυρό.

Ας περάσουμε τώρα στο θέμα της ηλώσεως (του καρφώματος) των άκρων επάνω στο Σταυρό.

Από μία κοινή εντύπωση, πιστεύεται ότι τα καρφιά διαπέρασαν τις παλάμες του Χριστού. Από πειράματα που έκανε ο Γάλλος χειρουργός και διδάκτορας της Ανατομίας Pierre Barbet πάνω σε πτώματα, παρατήρησε ότι είναι αδύνατον ένα καρφί που περνάει ανάμεσα από τα οστά της παλάμης, να συγκρατήσει το ανθρώπινο σώμα, ακόμη και εάν αυτό στηρίζεται στα πόδια με καρφιά. Αντίθετα. Εάν τα καρφιά διαπερνούσαν τις παλάμες, κάτω από το βάρος του εξαρτημένου σώματος, θα έσχιζαν το δέρμα της πρόσθιας και οπίσθιας επιφάνειας της παλάμης, θα την έτεμναν διαμπερώς στο ύψος των δακτύλων, και ο Εσταυρωμένος θα έπεφτε με το κεφάλι κάτω προς τη γη, ενώ θα των συγκρατούσαν μόνο τα καρφιά με τα οποία ήταν καρφωμένα τα πόδια του. Ο ίδιος χειρουργός, έδειξε, ότι το μόνο σημείο που μπορεί να στηρίξει τα χέρια του σταυρωμένου ανθρώπου, εάν τα διαπεράσει ένα καρφί, είναι ο καρπός. Σε επανειλημμένα πειράματά του έδειξε, ότι σε όποιο σημείο του καρπού και αν βάλουμε ένα καρφί, αυτό οδηγούμενο από τα οστά και τους συνδέσμους, θα περάσει από έναν ανατομικό χώρο, γνωστό ως ο χώρος του destot, ανάμεσα σε δύο οστάρια του καρπού. Εκείνο που είναι χαρακτηριστικό από μία σειρά δώδεκα παρόμοιων πειραμάτων που πραγματοποίησε ο Barbet, είναι δύο παρατηρήσεις του: Πρώτη, ότι και στα δώδεκα χέρια κανένα οστούν δεν τραυματίσθηκε και πολλώ μάλλον δεν έσπασε κατά την ήλωση του χεριού. Αυτό το πόρισμα, βεβαιώνει και αυτό που είχε γραφτεί για τον Κύριο: «καί ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ».

Δεύτερη παρατήρηση του Barbet, ότι στο χώρο του destot, ακριβώς σε επαφή με το καρφί το οποίο τον έχει διαπεράσει, βρίσκεται ένα μεγάλο νεύρο του χεριού, το μέσο νεύρο. Αυτό, σε όλες τις κακώσεις που θα υποστεί το χέρι του σταυρωμένου ανθρώπου επάνω στο σταυρό, θα υφίσταται την αδιάκοπη επαφή, τριβή και τον τραυματισμό από το καρφί. Τώρα, το τί σημαίνει να δέχεται κι ένα απλό, ελαφρό ερέθισμα ένα νεύρο, το έχουμε όλοι δοκιμάσει, όταν συνέβη να δεχθούμε σ’ ένα σημείο, εδώ στον αγκώνα, ένα χτύπημα. Είναι εκείνο το αφόρητο αίσθημα της ηλεκτρικής εκκένωσης και της στιγμιαίας παράλυσης που δοκιμάζουμε και που κάνει να επαναστατεί όλο μας το είναι. Ας συμπεράνουμε λοιπόν, τι συνέβαινε όταν ένα πολλαπλάσιο και διαρκές ερέθισμα τέτοιας φύσεως πόνου, συνοδεύει το μαρτύριο του σταυρωμένου. Ας σκεφτούμε λοιπόν ότι όλη την ώρα της σταυρώσεως ένα πολλαπλάσιο ερέθισμα πόνου συνόδευε το μαρτύριο της σταυρώσεως.

Όσον αφορά το καρφί που διαπερνούσε τα πόδια του σταυρωμένου ανθρώπου, βρέθηκε από σειρά πειραμάτων που επίσης πραγματοποίησε ο χειρουργός Barbet τον οποίο προαναφέραμε, ότι από ένα μόνο σημείο των πελμάτων πρέπει να περάσει και δεν μπορεί παρά εκεί να βρει αδιέξοδο. Αυτό είναι το σημείο ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο, μετατάρσιο.

Όσα είπαμε μέχρι τώρα δεν είναι παρά ένα προανάκρουσμα· δεν είναι παρά η αρχή του μαρτυρίου της σταύρωσης, και ακόμη δεν περάσαμε καν στο αίτιο που επιφέρει το θάνατο.

Το αίτιο που επιφέρει το θάνατο έχει ασφαλώς θεμελιώδη σημασία για τη συζήτησή μας: για το αν δηλαδή ο Σταυρωμένος Χριστός πέθανε επάνω στο Σταυρό.

Για να αντιληφθούμε το μηχανισμό του θανάτου, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε μερικά πράγματα. Σε κάποιες τοιχογραφίες παρουσιάζονται οι δύο ληστές που σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό, όχι καρφωμένοι, αλλά με τα χέρια δεμένα με σχοινί στους σταυρούς τους. Καμία παράδοση δεν υποστηρίζει ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Το ότι όμως αυτό απεικονίζεται, μαρτυρεί κάτι που πολλοί ιστορικοί της Ρωμαϊκής περιόδου περιγράφουν: ότι δηλαδή, μπορεί να πεθάνει ένας άνθρωπος, εάν έχει εξαρτηθεί από τον σταυρό, όχι με καρφιά, αλλά εάν απλώς έχουν δεθεί τα χέρια του επάνω στο σταυρό. Για να αποδείξουμε σήμερα το θέμα αυτό, δεν έχουμε παρά να ανατρέξουμε σε μια πειθαρχική ποινή, που συνηθιζόταν να εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στο γερμανικό στρατό.
Η ποινή αυτή ονομαζόταν Aufbinden και συνίστατο στο ότι έδεναν τα χέρια αυτού, που είχε καταδικαστεί, ψηλά από έναν πάσαλο έτσι, ώστε να μην ακουμπούν τα πόδια του στη γη. Σύντομα το άτομο αυτό παρουσίαζε φαινόμενα ασφυξίας. Οι αναπνευστικές του κινήσεις γινόταν εξαιρετικά δύσκολες και εργώδεις. Το αίμα του συγκεντρωνόταν με μεγάλη πίεση στο κεφάλι του· οι φλέβες του πρηζόταν, το κεφάλι γινόταν υπεραιμικό και λίγο μετά, το άτομο αυτό, έφθανε στη λιποθυμία. Αν δεν προλάβαιναν να κόψουν το σχοινί, μπορούσε να πεθάνει. Ας σημειώσουμε και το τραγικότατο, ότι καθώς μαρτυρείται από το Χρονικό του Dachau (Νταχάου), θυμήθηκαν εκεί οι Nazi αυτό το μαρτύριο και αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις, φρικιαστικές, όπου άνθρωποι θανατώθηκαν με το μαρτύριο του Aufbinden. Αναφέρεται επίσης, ότι σε περιπτώσεις που το απόσπασμα ήθελε να επισπεύσει την εκτέλεση του θύματος, κρεμούσε ένα μικρό βάρος στα πόδια του. Όπως περιέγραψαν κατάδικοι, οι οποίοι σύμφωνα με την τακτική του «παραδειγματισμού» και του «εκφοβισμού» του φοβερού εκείνου στρατοπέδου, ήταν παρόντες την τρομερή εκείνη ώρα, όταν το μαρτύριο του Aufbinden φθάσει στα τελικά του στάδια είναι αποτρόπαιο. Το πρόσωπο του θύματος κυριολεκτικά παραμορφώνεται, όπως του απαγχονισμένου. Ο θώρακάς του διατείνεται σε αφάνταστο σημείο. Το κοιλιακό τοίχωμα δημιουργεί μία βαθειά κοιλότητα. Ο άνθρωπος περιβρέχεται από ιδρώτα τόσο, που, όπως διηγούνται οι αυτόπτες μάρτυρες, δημιουργείται ολόκληρη λίμνη από ιδρώτα κάτω από τα πόδια του δυστυχισμένου αυτού ανθρώπου.

Ήδη από όσα ειπώθηκαν μόλις, συμπεραίνουμε ότι η έλξη που επιβάλλεται στο εξαρτημένο από το σταυρό σώμα είναι τόσο μεγάλη, εξαιτίας του βάρους αυτού του ίδιου του σώματος, που το τραβάει διαρκώς προς τα κάτω.

Ο σταυρωμένος, καθώς ο Κύριος, άνθρωπος, υφίσταται μία μεγάλη έλξη των χεριών, των βραχιόνων, των μυών, της ωμικής ζώνης και του θωρακικού τοιχώματος. Η έλξη αυτή, κρατάει το θώρακα σε μία αναγκαστική θέση εισπνοής, καίτοι ο άνθρωπος δε μπορεί να εκτελέσει εκπνευστικές κινήσεις. Ξέρουμε, ότι οι εκπνευστικές κινήσεις γίνονται παθητικά από το θώρακά μας, χωρίς καμία απολύτως προσπάθεια, σαν μια αυτόματη επάνοδο του μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακα, με την οποία γεμίζει ο θώρακας με αέρα και έτσι μπορούμε αν ανανεώνουμε τον αέρα στις κυψελίδες μας, να οξυγονώνεται το αίμα μας και να συνεχίζουμε να επιβιώνουμε. Στην κατάσταση όμως της εξάρτησης από τα χέρια, στην κατάσταση της σταύρωσης, ο άνθρωπος υφίσταται έναν πολύ μεγάλο περιορισμό της αναπνοής του· σαν εκείνον που θα υφίστατο εάν είχε δεθεί με έναν πολύ στενό θώρακα ή αν είχε πλακώσει τον θώρακά του ένα πολύ μεγάλο βάρος. Δεν μπορεί να γεμίσει τον θώρακά του με αέρα, ώστε ο θάνατος από τη σταύρωση οφείλεται, κατά κύριο λόγο στην ασφυξία.

Κατά δεύτερο λόγο, επειδή δημιουργείται αυτή η μεγάλη πίεση μέσα στον θώρακα, είναι αδύνατο να παροχετευτεί, να κατεβεί, το αίμα που βρίσκεται στο κεφάλι προς την καρδιά· γι’ αυτό και η μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των σταυρωμένων ανθρώπων. Εάν ο σταυρωμένος δεν εύρισκε κάποια διέξοδο, προκειμένου να απαλλάξει το κεφάλι του από την πληθώρα αυτή του αίματος, θα πέθαινε πάρα πολύ σύντομα πάνω στο σταυρό. Όμως, βρίσκει μία διέξοδο. Και αυτή είναι να στηρίξει το σώμα του, πιέζοντας τα πόδια του στα καρφιά. Έτσι, ανυψώνεται λίγο ο θώρακας, σταματάει η εξάρτηση του βάρους από τα χέρια και από τους ώμους, ανακουφίζεται το θωρακικό τοίχωμα, μπορεί και αναπνέει πάλι, κατεβαίνει πάλι το αίμα από το κεφάλι προς την καρδιά, και ο άνθρωπος συνέρχεται για λίγο. Η κούραση, η εξάντληση στην οποία έχει περιέλθει, δεν του επιτρέπει να καταβάλει τη μυϊκή αυτή προσπάθεια, ώστε να στηρίξει για πολύ όλο το βάρος του σώματός του στο καρφί, το οποίο έχει διαπεράσει τα πόδια του. Εξαντλημένος λοιπόν, ξαναπέφτει στην πρώτη θέση, για να ξαναρχίσει η διαδικασία της ασφυξίας, μέχρις ότου, ύστερα από μία διαδοχική σειρά τέτοιων προσπαθειών, εξαντληθεί τελείως, μείνει στη στάση της εξάρτησης και πεθάνει από ασφυξία.

Πραγματικά είναι ένα στανικό σχέδιο θανάτωσης ο σταυρός. Γι’ αυτό, επειδή ήταν τόσο άθλιος θάνατος, οριζόταν από τη Ρωμαϊκή νομοθεσία να εφαρμόζεται μόνο σε δούλους και προδότες. Ο Κικέρωνας, ο οποίος είχε παρακολουθήσει θάνατο καταδικασμένου σε σταύρωση, τον ονομάζει: «Crudelissimum et deterimum Supplicium», δηλαδή, το σκληρότερο και τρομερότερο βασανιστήριο.

Σε περιπτώσεις όπου για κάποιους λόγους, ήθελε ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος να συντομεύσει την επέλευση του θανάτου, τι έκανε;
Διέταζε να σπάσουν τις κνήμες του σταυρωμένου μ’ ένα ισχυρό χτύπημα, ούτως ώστε, αφού ο σταυρωμένος άνθρωπος δε μπορούσε πια να στηρίξει το βάρος στα πόδια του και να αναπνεύσει, να πεθάνει με τη διαδικασία που προ ολίγου αναφέρθηκε, από ασφυξία. Αυτή ήταν η χαριστική βολή την οποία επεφύλασσαν οι έμπειροι Ρωμαίοι εκτελεστές στους καταδικασμένους σε σταύρωση. Γι’ αυτό, όπως γνωρίζουμε από τα Ευαγγέλια, στους δύο ληστές που ζούσαν ακόμη μετά το θάνατο του Χριστού, εφάρμοσαν τη χαριστική βολή: δηλαδή τους έσπασαν τα σκέλη.[...]



Απόσπασμα από την διάλεξη του καθηγητή Αναισθησιολογίας Σπυρίδωνος Μακρή ''Η επιστήμη μπροστά στη Σταύρωση και στην Ανάσταση του Ιησού Χριστού''. Η διάλεξη δόθηκε στο παλιό Αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων «Πνευματικοί Προβληματισμοί» τον Απρίλιο του 1978.

 Εικόνα: Αμφιπρόσωπη εικόνα με την Παναγία Γλυκοφιλούσα(14ος αι.) και τη Σταύρωση(18ος αι.) Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού


 Βιβλιογραφία
Ι. Αγαπίδη: Ο Ιησούς ενώπιον της Ιουδαϊκής και Ρωμαϊκής Δικαιοσύνης, Θεσσαλονίκη 1969.
Ε. Θεοδώρου: Η αιώνια αλήθεια, Αθήναι 1960.
Π. Τρεμπέλα: Ιησούς από Ναζαρέτ, Αθήναι 1955.
Pr. J.N.D. Anderson: Christianity the Witness of History, Tyndole Press, London 1969.
Pr. J.N.D. Anderson: Evidence for the Resurrection, Intervarsity Press, London 1968.
P. Babet: La Passion de Jésus - Christ Selon le Chirurgien, Dillen et Cie, Issodun, France 1950.
R. Guardini: Ο Κύριος, Ελληνική Μετάφραση, Αθήναι 1956, τόμος Γ’.
M. Goguel: Jesus the Nazarien: Myth or History, Paris 1933.
C.E.M. Joad: The Recovery of Belief, London 1952.
F. Morison: Who moved the Stone, Barnes and Noble, N. York 1962.
K.N. Taylor: Is Christianity Credible, Intervarsity Press, 1970.
J. Young: The Case Against Christ, Falcon Books, London 1962.


Εκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
566 26 Σπαρτάκου 6, Συκιές
Τηλ.: 2310212659. Φαξ: 2310207340
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2013

πηγή: Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου