Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Ο άπατρις εθνικισμός

Διατηρούσε ακόμα πυκνό, μακρύ -αν και γκριζαρισμένο- το μαλλί. Πουκάμισο με σκληρό γιακά, μολυβί γυαλιστερό κουστούμι, φορεμένο αρκετά, λίγο ξέχειλο στα γόνατα και στους αγκώνες. Βγήκε από την κόκκινη Celica του 1986, πήρε τα τσιγάρα, την αθλητική, με είδε. «Πώς τα πας; Δύσκολα, ε; Δεν σε καταλαβαίνω όμως. Αυτόν τον καριόλη στη τηλεόραση γιατί δεν τον πιάνεις απ’ τον λαιμό, που έχουν μούτρα και μιλάνε. Αλλά κι εσείς άλλα μας λέγατε. Γιατί δεν χώνετε κανέναν στη φυλακή; Μόνο τους λαθρομετανάστες κοιτάτε...».


 

Μπήκε στο αμάξι, ήταν φουρκισμένος, είχε χάσει κι η ομάδα χθες. «Έναν παίκτη δεν πήρε ο τσιγκούναρος». Τον θυμάμαι στο ταμείο της τράπεζας να μετράει χαρτονομίσματα με τα μακριά κιτρινισμένα νύχια, να μιλάει στο τηλέφωνο κανονίζοντας για το βράδυ. Παλιό καμάκι, είχε χωρίσει όταν ο γιος του πήγε φαντάρος. Πήγαινε στα μπουζούκια, σε κανένα μπαράκι, κυκλοφορούσε γενικώς, τον έβρισκες μπροστά σου παντού. Του άρεσε να μιλάει στους πελάτες, τάχα μου μεγάλες περιπέτειες της νύχτας, «οι γυναίκες δεν με καταλαβαίνουν».
Ηλικιωμένος πια, με οικονομικά λυμένα τόσο όσο να μπορεί να σκέφτεται και ν' αγανακτεί. Εκατομμύρια πολίτες του μοιάζουν. Άλλοι δεμένοι χειροπόδαρα σ’ ένα υπερτροφικό δάνειο, άλλοι δεν μπορούν να πληρώσουν, άλλοι πηγαίνουν στη λήξη της λαϊκής να μαζέψουν ό,τι μπορούν, άλλοι περιμένουν κάποια ρύθμιση, άλλοι είναι σε λίγο καλύτερη κατάσταση, όπως ο δικός μας, που πρόλαβε να βολέψει τον γιο το 2004 ελέω κόμματος. Βλέπουν στην τηλεόραση τα νέα, σκάνε, βρίζουν, πάνε για φραπέ κατά τις 11 «να δούμε και τίποτα...». Μερικοί γράφονται σε συλλόγους, παθαίνουν ένα μεταχρονολογημένο εθνικιστικό παραλήρημα ή βυθίζονται σε μια κρίση μίσους.
Γιατί, όμως, αναδεύεται σε τόσο διαφορετικές χώρες, με τόσο διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά, ο εθνικιστικός πολτός; Γιατί απλώνεται; Γιατί διάφορα υπολείμματα του παλιού, νεκρού και νεκρωτικού πολιτιστικού συστήματος, μαζί με ομάδες αποσυνάγωγων, χώνονται σε κινήσεις αγανακτισμένων, διεγείρουν μίση, παράγουν το βωμολοχικό σύννεφο στο FB, γκαρίζουν; Γιατί χρειάζονται τόσο απελπισμένα έναν εχθρό; Και γιατί μεταχειρίζονται τόσο βάναυσα την έννοια της πατρίδας για να ενοχοποιήσουν τους πάντες ως απάτριδες; Γιατί μια ενοποιός έννοια χρησιμοποιείται τόσο διαιρετικά;
Καταλαβαίνει κανείς το αδιανόητο, την πτώχευση, την έκπτωση, τη συντριβή κάθε ναρκισσισμού, κάθε πολιτικής και πολιτιστικής ωραιοπάθειας. Καταλαβαίνει κανείς την επιβαρυνόμενη θέση ευρέων κομματιών των Ευρωπαίων πολιτών και την ανασφάλεια που ερεθίζει. Και κατανοεί τη συνολική ανάγκη παρηγοριάς, στήριξης, ελπίδας. Αλλά γιατί η αδυναμία ερμηνείας της δύσκολης κατάστασης δημιουργεί εύφορο έδαφος για την ενοχοποίηση του διπλανού αντί να βρει διέξοδο στη σύνδεση με τον διπλανό; Συχνά δε μια γενική επίκληση ευρωπαϊσμού καταξιώνει τον μισανθρωπισμό, την αντιαγάπη, την απέχθεια.
Ο ευρωπαϊσμός, σε μια καθαρολογική στρέβλωση, γίνεται το όχημα πολυδιάσπασης και διασπάθισης κάθε αγαπητικού πόρου. Το ερώτημα είναι γιατί το ερμηνευτικό υπόστρωμα ευρέων λαϊκών μαζών έχει υποστεί αυτή τη στρέβλωση, αυτή την παραμόρφωση και οδεύει ολοταχώς στον πρωτοφασιστικό τοίχο;
Γνωρίζουμε ότι η ακροδεξιά ριζοσπαστικοποίηση συνεπάγεται μια βαθύτατη μετάλλαξη. Ο μικροαστός, τσαλαπατημένος και απ’ το άθλιο παλιό πολιτικό σύστημα που τον εξαγόραζε αναπαράγοντας τα χειρότερα ελαττώματά του, αλλά και διαλυμένος απ’ το κούφιο του κεφάλι και τη μεγαλομανία του, εάν διαβεί το κατώφλι τού νεοφασισμού, δεν επιστρέφει. Χάνεται η δυνατότητα κοινής γλώσσας, απεύθυνσης, δημοκρατικής συνεννόησης.
Και δεν ξέρω πόσο το αναπτυξιακό, εξυγιαντικό και μεταρρυθμιστικό ερώτημα μπορεί να βρει θεμελίωση σε μια τέτοια πολιτική και κοινωνική απερήμωση.

Η ΑΥΓΗ
5/3/2017


 Σεβαστάκης Δημήτρης

Γεννήθηκε το 1960 στο Καρλόβασι της Σάμου όπου και μεγάλωσε. Οι γονείς του Αλέξης και Καίτη Σεβαστακη, τόσο με τις πολιτικές όσο και τις ηθικές τους επιλογές, του κληροδοτήσαν μία ισχυρή σχέση με τη αριστερά και την σκέψη. Από το 1974 μέχρι και σήμερα, σχετίστηκε οργανωμένα ή συνεργατικά, πάντα όμως ανοιχτά και πολύπλευρα, με τις δυνάμεις της αριστεράς. Τον απασχολούν προβλήματα παραγωγικής συγκρότησης, κράτους και εργασιακής κουλτούρας.

Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και από τα μέσα της δεκαετίας του ‘80 ξεκίνησε την εκθεσιακή και καλλιτεχνική του δραστηριότητα,  με πολλές ατομικές εκθέσεις σε μουσεία και χώρους τέχνης (Μουσείο Μπενάκη William James, Αίθουσα Αθηνών κλπ).

Αρθρογραφεί συστηματικά με κείμενα πολίτικης κριτικής και ανάλυσης, στην εφημερίδα Αυγή και συχνά σε άλλες αθηναϊκές εφημερίδες ( Ελευθεροτυπία,  Έθνος, Βήμα, Καθημερινή, Δρόμος της Αριστεράς κ.α.). Τα κείμενα του, συχνά, αναδημοσιεύονται και σχολιάζονται  ευρύτατα. Θεωρητικές εργασίες του για προβλήματα τέχνης πολιτισμού και κουλτούρας, αναπτύσσονται σε συνέδρια και δημοσιεύονται σε συλλογικούς τόμους.

Είναι Αν. Καθηγητής στην Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ όπου διδάσκει από το 2000 τόσο στο προπτυχιακό όσο και στο μεταπτυχιακό επίπεδο. Με την σύντροφο του θεατρολόγο Ελευθερία Ραπτου έχουν μία κόρη τη Στέλλα. Από το Νοέμβρη του 2014, είναι συντονιστής του Τμήματος Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ.

eklogika gr