Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Αφιέρωμα: Φεύγουν τα καλύτερά μας χρόνια, Κάποιος μας τα κλέβει μυστικά…

Το ερώτημα αυτό προέκυψε εν τέλει πολλές φορές τους τελευταίους 12-13 μήνες. Πως χαιρετάς ένα δημόσιο πρόσωπο που «φεύγει», παίρνοντας μαζί του «τα καλύτερά μας χρόνια»; Πως βρίσκεις κάθε φορά θάρρος αλλά και έμπνευση να τον τιμήσεις με μέτρο και
δικαιοσύνη; Πώς να εκφράσεις την αγάπη, το σεβασμό, τη θλίψη, τη συγκίνηση για την απώλεια, χωρίς να αφήσεις κάτι απ’ έξω; Σε αυτό το σύντομο αφιέρωμα που ετοιμάσαμε στο φτερό, για τον καουμπόι της Κυψέλης που μας συντρόφευε, είτε με τα τραγούδια του, είτε με την (καταλυτική) φυσική του παρουσία στη ζωή αυτής της τρελής πόλης (και χώρας), για περισσότερα από 40 χρόνια, μια φίλη, εξαίρετη δημοσιογράφος του μουσικού ρεπορτάζ και τρεις τακτικοί συνεργάτες της εφημερίδας, γράφουν για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Που έφυγε, σφραγίζοντας κι αυτός με τη σειρά του το οριστικό τέλος μιας εποχής. Μιας εποχής πιο ανέμελης, πιο αθώας, πιο φωτεινής.
Στο επόμενο τεύχος του Δρόμου, συνεχίζουμε σε άλλο ύφος. Ο τραγουδιστής, και πολύ κοντινός φίλος του Λουκιανού, Δώρος Δημοσθένους μοιράζεται μαζί μας αναμνήσεις και ανέκδοτες ιστορίες από την πολύχρονη παρέα τους.

Καλό ταξίδι, καουμπόι του ροκ εν ρολ. Ας ανταμώνουμε πάντα «μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά», μέσα σε «θερινά σινεμά».


 Η μικρή επανάσταση του Λουκιανού

Η μικρή επανάσταση του Λουκιανού

Η «έξοδος» του Λουκιανού από την πολύβουη σκηνή του Κόσμου δεν ήταν απλώς το τέλος μιας συναυλίας, ενός μουσικού βίου. Ήταν αυτό που καταχρηστικά αποκαλείται πολλές φορές «τέλος εποχής», μα εδώ κυριολεκτείται. Βλέπετε, εμείς τα παιδιά των έιτις (αναγκαστικά συγκαταλέγω και τον εαυτό μου σε αυτά) δεν είχαμε πολλές ευκαιρίες να ορθώσουμε το ανάστημά μας, να επιδείξουμε απόδοση πρωταθλητισμού στις λεγόμενες «επαναστατικές ασκήσεις». Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70  είχαν προσφέρει γόνιμο ιστορικό χωράφι  για να καλλιεργηθεί  η «ματαιοδοξία» των γενεών, δίπλα, βέβαια, στην αγωνιστικότητα, την οποία απαιτούσε η βυσσοδόμηση ενός λαίμαργου για εξουσία κράτους. Όταν οι μπόρες τελειώσαν, όσοι έτρεξαν θαρραλέα από κάτω τους και γίναν μούσκεμα είχαν όλο το δικαίωμα να επαίρονται: «ήμουν κι εγώ εκεί…».

Με τούτα και με κείνα, φτάσαμε στη δεκαετία του ’80, με το ΠΑΣΟΚ να περνάει πρώτο από το ταμείο της Ιστορίας για να εισπράξει αυτά που θα μπορούσαν να θεωρηθούν οφειλόμενα. Μόνον που την είσπραξη την είχαν αναλάβει οι -κυριολεκτικά και μεταφορικά- καταχραστές. Κι όσοι δε συντάχθηκαν από νωρίς μαζί τους, έψαχναν να βρουν τι θα μπορούσε, πλέον, να λογισθεί ως επαναστατικό. Ήταν τότε που εμφανίσθηκε ο Λουκιανός και μας μάζεψε στη Βουλιαγμένη. Ήσουν δεν ήσουν εκεί, ήταν σαν να… Αρκεί να πίστευες αυτό που γράφτηκε τότε ότι η Βουλιαγμένη του Λουκιανού ήταν η απάντηση στη Βάρκιζα. Η ηττημένη Αριστερά απαντούσε, δια στόματος και στίχων Λουκιανού, φέρνοντας στο προσκήνιο τη χαρά της ζωής, που μόνον η αριστερά μπορούσε να αντιληφθεί, χάρη στο ανοιχτό πνεύμα της, την ώρα που η νικήτρια δεξιά βρισκόταν εγκλωβισμένη στους τέσσερις τοίχους της συντήρησης. Το σκηνικό συμπλήρωνε η γειτνίαση Βάρκιζας και Βουλιαγμένης, η οποία υποβοηθούσε την ασφαλώς εκβιασμένη αναγωγή.

Ωστόσο, μέσα από τις υπερβολές και τη διάθεση μιας γενιάς να αποκτήσει επαναστατική ταυτότητα, διαμορφώθηκε ένα κλίμα αισιοδοξίας στις ψυχές όλων αυτών που αναζητούσαν έναν μπούσουλα για να πορευτούν στη ενηλικίωσή τους. Ο Λουκιανός τους μάζεψε όλους, ένωσε τις γενιές, τους πρόσφερε λόγια, μουσικές και κυρίως έναν τόπο αναφοράς για το παρακάτω της ζωής τους. Λίγοι πρόσεξαν την ειρωνεία απέναντι σε ό,τι προηγήθηκε, στο συμβιβασμό της Ρίτας, στην ενοποιό δύναμη της διακογιαννικής φωνητικής χροιάς, στη γελοία αυταρέσκεια του βολεμένου δημόσιου υπάλληλου, σε αυτά που τον έκαναν να αισθάνεται «φτωχός και μόνος καουμπόι».

Κι αν η ειρωνεία δεν είναι επαναστατική, τότε τι είναι; Ακόμη και τα λογής λογής βαφτίσια της Βουλιαγμένης -πότε Βάρκιζα, πότε Γούντστοκ -, μόνον με ειρωνεία μπορούν, πλέον, να αντιμετωπισθούν. Ακόμη και η μουσική του δεν διεκδίκησε εύσημα υψηλής τέχνης, τι κι αν ο συνθέτης της γνώριζε πολύ καλά τα μυστικά της. Προτίμησε την ειρωνεία του φαινομενικά ανάλαφρου, μας τη χάρισε ο Λουκιανός, εμάς τους έιτις για επαναστατικό αντιζύγι και γι’ αυτό τον ευχαριστούμε.
 
 «Κι όμως κατά βάθος…  κάπου την έχουμε πατήσει κι οι δυο…»

«Κι όμως κατά βάθος… κάπου την έχουμε πατήσει κι οι δυο…»

 της Ναταλί Χατζηαντωνίου*
 …Κι έτσι την περασμένη Τρίτη το πρωί και για όλη την υπόλοιπη ημέρα, άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους μοιράστηκαν, έστω για κάποιες ώρες, το βάρος ενός, απρόβλεπτα τόσο συλλογικού, πένθους. Χωρίς κανένα ιδεολογικό, ταξικό ή ηλικιακό «πρόσημο». Και χωρίς καμία τάση, όπως συμβαίνει με άλλους θανάτους επωνύμων, η δημοσιοποιημένη στα social media θλίψη να τροφοδοτείται από μία κρυφή προσωπική ματαιοδοξία, που υποδηλώνει ότι κι εσύ συμμετέχεις μ΄ έναν τρόπο σε μία εκλεκτική κάστα λογίων. Όχι, εδώ καμία δηθενιά. Η θλίψη για το θάνατο του Λουκιανού Κηλαηδόνη, ειλικρινής κι απροσποίητη, αφορούσε και το θείο μου που ήταν κάποτε συμφοιτητής και συνοδοιπόρος του, και το 40ρη γείτονά μας αειθαλή φανατικό του Καζαντζίδη, κι εμένα που το πολιτιστικό ρεπορτάζ μου επιβάλλει κατά κανόνα επαγγελματική αποστασιοποίηση, και – σ΄ έναν παράξενο «αντικατοπτρισμό» την έφηβη κόρη μου, που δεν ξέρει και πολλά από το ρεπερτόριο του Λουκιανού.
Μα γιατί, αφού ο Κηλαηδόνης δεν ήταν ακριβώς ένα πανεθνικό και μυθοποιημένο πρόσωπο του πολιτισμού, όπως π.χ. υπήρξε η Μελίνα; Και πώς αφού ο ίδιος δεν έγινε, ούτε και ποτέ επεδίωξε να είναι σύμβολο, λειτούργησε ερήμην του δις, ως ενωτικό «προσκλητήριο» ενός κοινού αισθήματος, στο οποίο ανταποκρίθηκε ο κόσμος μαζικά κι απροσποίητα; Μάλλον γιατί τον Ιούλιο του 1983 το περίφημο «πάρτι στη Βουλιαγμένη», μία ελληνική, μαζικότερη και λαϊκότερη παραλλαγή του… sex, drugs and rock n roll, άνοιξε την αυλαία της Μεταπολιτευτικής αποενοχοποίησης, αποτίναξε πανηγυρικά κι αυθάδικα κάθε έξωθεν επιβαλλόμενη συμπεριφορά, κολύμπησε στα ευφορικά νερά μίας εντυπωσιακής προοπτικής για το μέλλον κι επιτέλους επέτρεψε μια Πανσέληνο κι ένα ιαματικό μετα-Χουντικό ξεσάλωμα, που ακόμα είχε μόνον καλά – καθώς το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου διέτρεχε την πρώτη του τετραετία, τότε αυτό εισέπραττε καταρχάς ο πολύς κόσμος. Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα και μετά από πολλές… οικονομικές, πολιτικές και εθνικές, τελικά, περιπέτειες και διαψεύσεις και πολλές προσωπικές έγνοιες, υποχωρήσεις, συμβιβασμούς και εκπτώσεις, ο θάνατος του Κηλαηδόνη έκλεισε οριστικά την αυλαία εκείνης της εποχής. Ανεπιστρεπτί «The party is over». Κι όχι ότι δεν το ξέραμε, αλλά τώρα αναγκαστήκαμε να το πούμε και δημοσίως. Φταίει κι εκείνος ο «καταραμένος» στίχος στα «Θερινά Σινεμά»: «Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια». Έφυγαν, για την ακρίβεια, και το μέλλον καθόλου δεν προβλέπει άλλα μαζικά κι απελευθερωμένα ξεφαντώματα…
Άλλωστε, κι ο ίδιος ο Λουκιανός, και το πάρτι του ΄83 να μην είχε εμπνευστεί, ήταν από μόνος του κατά ένα μεγάλο μέρος ό,τι δήλωνε ο τίτλος του τραγουδιού ενός άλλου τραγουδοποιού: «Νοσταλγός του Ροκ ν΄ Ρολ». Έτσι έζησε κι έτσι επέλεξε να πεθάνει – όπως έλεγε σε συνεντεύξεις του, ακόμα κι όταν οι γιατροί του έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου, εκείνος δεν υπήρχε περίπτωση να προτιμήσει «τις παντόφλες από τα παπούτσια».
Εκπροσώπησε εξαρχής την ελληνική εκδοχή του Ροκ ν΄ Ρολ και των fifties, με τα ήθη κι έθιμα μιας εφηβείας που μεγάλωνε στη Νέα Κυψέλη κι ονειρευόταν τη Νέα Υόρκη. Τα’ χει καταγράψει σε τραγούδια του («The Fucking Fiftees»), τα’ χει πει σε συνεντεύξεις του. Η ζωή του σ΄ αυτήν την πόλη είχε, όπως αργότερα και όλες οι δημιουργίες του, αυτό το διττό χαρακτήρα: το ελληνικό στοιχείο, αλλά πάντα με το βλέμμα ενός κατοίκου του άστεως και ταυτόχρονα τη μικρή επανάσταση (…με αιτία), μιας γενιάς που διατήρησε πεισματικά, ακόμα και επί Χούντας, τα δημιουργικά στοιχεία μιας φαντασιακής Αμερικής: Οι ασπρόμαυρες ταινίες με τον Μπόγκαρτ, το σουίνγκ και το ροκ ν΄ ρολ, τα μπλου τζην που πούλαγαν στον Πειραιά οι ναύτες του 6ου στόλου, τα πρώτα ουίσκι. Κι όλα αυτά σε μία διαρκή συνύπαρξη με ό,τι είχε περιγράψει ο Λουκιανός ως το «χαμένο παράδεισο» της Κυψέλης των 50’s: οι πρώτες αλητείες, το χύμα κονιάκ στην ΕΒΓΑ της γειτονιάς, τα σφαιριστήρια του κέντρου, το «ελαφρύ» ρεπερτόριο στο ραδιόφωνο, τα λαϊκά στα κυριακάτικα γεύματα, τα αντάρτικα και τα πολιτικά τραγούδια στα κρυφά… Μεγάλωσε με το «γράμματα χασάπη» και το «love me tender», το «Μικρό Ήρωα» και τους αμερικανούς Υπερήρωες να συνυπάρχουν σε αγαστή αρμονία μέσα του.
Αργότερα, αυτό εξέφρασε και στα τραγούδια του. Έναν μυθολογημένο κοσμοπολιτισμό χτισμένο όχι από ταξίδια αλλά από υλικά τέχνης: τραγούδια, ταινίες, γρήγορες μηχανές, ωραία κορίτσια, ενδυματολογικές συνήθειες. Και ταυτόχρονα μία συνειδητή, μελωδική ελληνικότητα, μιας κάπως εξιδανικευμένης ελληνικής γειτονιάς που μυρίζει γιασεμί κι ασβέστη.
Κατεξοχήν μελωδός, στις μελωδίες του ενσωμάτωσε εξαρχής, αποενοχοποιώντας το έγκαιρα, το δήθεν «ελαφρύ» του Γιαννίδη, του Ριτσιάρδη, του Αττίκ, αλλά και τον αμερικανικό ήχο του Πρίσλεϋ, του Τζιν Κέλυ και του Σινάτρα κι αργότερα την τζαζ, το σουίνγκ, τον ήχο της Νέας Ορλεάνης, τους Beatles… Γι’ αυτό και το μουσικό του ιδίωμα, πάντα μ΄ έναν απόηχο νοσταλγίας, είναι τόσο άμεσα αναγνωρίσιμο ακόμα και στα πιο πολιτικά του τραγούδια με τον Νεγρεπόντη, ή στις συνθέσεις για τις ταινίες του Αγγελόπουλου και του Βούλγαρη, ή για τις παραστάσεις του «Ελεύθερου Θεάτρου», ή ακόμα-ακόμα και στα διαφημιστικά τζινγκλς που έγραφε κατά καιρούς. Κατεξοχήν στα τραγούδια της απολύτως προσωπικής του δισκογραφίας, εκεί όπου υπερασπίστηκε και στιχουργικά το γνήσια μποέμ στοιχείο ενός καουμπόι της Κυψέλης, που μιλάει έξω από τα δόντια για ό,τι παρατηρεί, που εξομολογείται ειλικρινά ό,τι του συμβαίνει, αλλά δε χαλιέται και πολύ γιατί η δική του «De cadenza» είναι ολιγόωρη, βραδινή, βαφτισμένη σε πολύ αλκοόλ, εκτονωμένη στο πιάνο. Κι όταν ζορίζουν τα πράγματα ο ίδιος καβαλάει μια μηχανή, ένα γρήγορο αυτοκίνητο ή και την Ντόλλυ και την κάνει γι’ αλλού. Όπως τα εφηβικά είδωλα στα αμερικανικές ταινίες…
Ακόμα και σωματικά, ο Λουκιανός διατήρησε μέχρι τέλους το νευρώδες παρουσιαστικό ενός εφήβου. Τη διαρκή αμφιθυμία ενός ανθρώπου που γουστάρει τα πάρτι, αλλά ακόμα και μέσα σ΄ αυτά απομονώνεται. Μία κάθε άλλο παρά επίπλαστη ευδιαθεσία και αισιοδοξία και ταυτόχρονα μία ειρωνική, ή μελαγχολική, ή αυτοϋπονομευτική επίγνωση:

«Θα’ ρθούνε καλύτερες μέρες
Να μην αμφιβάλει κανείς
Σαν έρθουνε εκείνες οι μέρες
Δεν ξέρω που θα’ μαστε εμείς»


Να λοιπόν γιατί την περασμένη Τρίτη έκλαψαν τόσοι πολλοί τον Λουκιανό. Για τη νοσταλγία μιας εφηβείας που γερνά ανεπιτυχώς, διαψευσμένη. Για το «unhappy end» ενός πάρτι που στην έξοδό του είχε και εισιτήριο και αλκοτέστ, και ως ποινή για το ξεσάλωμα, κλειδωμένη την εξώπορτα – ενώ κάπου στη διαδρομή μας έπεσαν και τα καταραμένα κλειδιά…

* Η Ναταλί Χατζηαντωνίου είναι δημοσιογράφος – μουσικό ρεπορτάζ
 Τέσσερα Ευχαριστήρια Νεύματα στον Λουκιανό

Τέσσερα Ευχαριστήρια Νεύματα στον Λουκιανό

του Δημήτρη Ουλή

Λουκιανέ, σε ευχαριστούμε:
  1. Για την χαρακτηριστική ταυτότητα και ιδιοπροσωπία της μουσικής σου, που την καθιστά αναγνωρίσιμη ακόμα και στον μη-υποψιασμένο ακροατή. Στην εποχή της μεταμοντέρνας ρευστότητας, όπου τα τραγούδια παραδέρνουν μέσα στα ίδια πάντοτε κλισέ, προκειμένου να καταναλωθούν με το κιλό, αποτελεί σπάνια εξαίρεση για έναν καλλιτέχνη να εμμένει μέχρι τέλους σε ένα είδος discipline: μία συγκεκριμένη μουσική «άποψη», θέλω να πω, η οποία αναχωνεύει στα σπλάχνα της την τζαζ, την κάντρι, τις επτανήσιες καντάδες και το ελαφρύ ελληνικό τραγούδι της δεκαετίας του ’50 –που τόσο θαυμάσια επικαιροποίησες.
  2. Γιατί ήξερες να προφυλάσσεις τον εαυτό σου από την υπερβολική έκθεση στην τηλεοπτική χυδαιότητα, να τηρείς ασφαλείς αποστάσεις από τις άθλιες επικοινωνιακές συμβάσεις του νεοελληνικού star system. Όσοι από εμάς μεγαλώσαμε με τα τραγούδια σου, μάθαμε πρωτίστως να σε εκτιμούμε για τους χαμηλούς σου τόνους (εκείνους που σε συνέδεσαν από πολύ νωρίς με τον Βαγγέλη Γερμανό), καθώς επίσης και για τη σεμνότητα και σοβαρότητά σου: μια σεμνότητα η οποία ωστόσο δεν εξέπεσε ποτέ σε σεμνοτυφία, και μια σοβαρότητα που δεν τελμάτωσε ποτέ σε σοβαροφάνεια.
  3. Γιατί μας έδειξες ότι δεν είναι ανάγκη να καταφύγουμε σε μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά, για να κάνουμε «στρατευμένη» τέχνη ή για να γράψουμε «πολιτικό» τραγούδι. Υπάρχει ένας απείρως πιο έξυπνος και δημιουργικός τρόπος, ο οποίος συναρθρώνεται, αφενός, με τις αλεξίσφαιρες ποιότητες του χιούμορ, και αφετέρου, με την τεράστια ανατρεπτική και εξεγερσιακή δυναμική που κρύβει μέσα του ένας ιδεώδης συνδυασμός υπαινικτικότητας και ειρωνείας. Δέκα μείον πέντε, μείον πέντε: όλα τα υπόλοιπα είναι φληναφήματα. Τέλος,
  4. Γιατί τα «ναι» και τα «όχι» του Ύμνου των Μαύρων Σκυλιών, εξακολουθούν να ισχύουν στο ακέραιο μέχρι σήμερα. Και αυτό συνιστά για μένα ένα τεκμήριο ότι, παρά την τεράστια ιδεολογική σύγχυση της εποχής, εξακολουθούμε να βαδίζουμε σωστά. Υπάρχει άραγε, μεγαλύτερη περγαμηνή;
 
 Χωρίς τον Λουκιανό / The Rest is Silence*

Χωρίς τον Λουκιανό / The Rest is Silence*

Πάω να γράψω και δεν ξέρω τι να πω…
Πώς να μιλήσεις για την ιστορία της ζωής σου;
Υπάρχει κάτι που να έκανες και να μην υπήρχε μια μουσική ή ένα τραγούδι του Λουκιανού στο φόντο;
Κολύμπι με πανσέληνο. Πώς να μη τραγουδάς «Πάμε μια βόλτα στη Βουλιαγμένη»;
Κι εκείνα τα άλλα τα νοσταλγικά που μας ξαναθύμισε; Τα αρχοντορεμπέτικα με τη φωνή της Μοσχολιού, το «Πάμε σαν άλλοτε» με τη Ζορμπαλά;
Και τα παιδικά τραγούδια, στο «Αχ πατρίδα μου γλυκειά…»;
Και πίσω στο χρόνο, δωδεκάχρονος να ακούς και να τραγουδάς για μια Κεφαλονίτισσα μέσα από το Αργοστόλι.
Και μετά μια μέρα να σου έρχεται ένας κόκκινος δίσκος με τα «Μικροαστικά». Που τα μαθαίνεις όλα απέξω.
Και τι να πεις για το «Θίασο» και τη δουλειά που έκανε εκεί;
Κι ύστερα να γελάς με τον Ράλλη που από το βήμα της Βουλής έλεγε: «Βάζουν τους φοιτητές ν’ ακούνε Καµπότζη, Αιθιοπία και Κηλαηδόνη, αντί για µαθηµατικά και φιλοσοφία».
Και όταν σε πιάνουν τα παράξενα που μεγαλώνεις, όταν μαθαίνεις νέα σαν αυτό του θανάτου του, πώς να μην έρχεται επίμονα στο μυαλό σου πως «φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια/ κάποιος μας τα κλέβει μυστικά»;
Και σου μένει πάντα απωθημένο που δεν πήγες σε εκείνο το πάρτυ στη Βουλιαγμένη.
Και μαζεύεις τα παιδιά γύρω σου, σε μια Βραδιά Παραμυθιού στο Πόρτο Ράφτη και τους μαθαίνεις και στο τέλος τραγουδάτε όλοι μαζί, «Θέλω ένα βράδυ να κάνω ένα πάρτυ/ πάρτυ από εκείνα τα παλιά». Κι είσαστε πειρατές.
Κι ύστερα, μόνος σου, ακούς το Media Luz. Και βυθίζεσαι σε ένα δικό σου φιλμ νουάρ.
Κατεβάζεις από τα ράφια όλα τα βινύλιά του που έχεις μαζέψει. Τα απλώνεις στο πάτωμα.
Τα κοιτάζεις  σαν ένα άλμπουμ με φωτογραφίες της ζωής σου.
The Rest is Silence

* Ο τίτλος τέλους του Media Luz
 
 Επιμέλεια αφιερώματος: Τίνα Παππά
δρόμος ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
15/2/2017