Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Πίστη στον σκηνοθέτη Θεό

Χρειάστηκαν 28 χρόνια, 47 εκατ. δολάρια και πλήθος εμποδίων να ξεπεραστούν για να παραδώσει ο Σκορσέζε την ταινία της ζωής του. Ενα πραγματικό και πνευματικό ταξίδι δύο ιησουιτών ιερέων στο Ναγκασάκι τον 17ο αιώνα, με επίκεντρο την κρίση της πίστης και τον θρησκευτικό φανατισμό.
Αν ο Μάρτιν Σκορσέζε, 74 χρόνων φέτος, αποφάσιζε για κάποιο
λόγο να σταματήσει να κάνει σινεμά, τώρα θα ήταν η σωστή στιγμή: με το «Silence», τη νέα ταινία του, ένα έπος απ’ όποια πλευρά κι αν την κοιτάξεις, μοιάζει να κλείνει όλους τους κύκλους που άνοιξε η πολυσχιδής ζωή και σκέψη του.
Μεγαλώνοντας στην ιταλική συνοικία της Νέας Υόρκης, τη Little Italy, ο Σκορσέζε, γιος εργατών σε ραφτάδικο, είχε μια αυστηρή καθολική ανατροφή: χάρη σ’ έναν χαρισματικό ιερέα που τον κατηχούσε, μάλιστα, σκέφτηκε και ν’ ασπαστεί τον κλήρο, αλλά το ιεροδιδασκαλείο τον έδιωξε, γιατί πάντα καθυστερούσε να φτάσει στη λειτουργία. Ωστόσο οι θρησκευτικές ρίζες ποτέ δεν άφησαν τον Σκορσέζε να ξεφύγει.
Αντίθετα εξελίχθηκαν σε μια βαθιά σύγκρουση του νου με την πίστη που διαπερνά όλες τις ταινίες του. Οπως και οι αγαπημένες του ιστορίες της ανόδου και της πτώσης των ηρώων του. Οπως και η πίστη σε κάτι που ξεφεύγει από τη νόρμα, την Εκκλησία, τις κοινωνικές επιταγές.
Κι αυτά ακριβώς είναι τα στοιχεία που συνθέτουν τη νέα ταινία του, το «Silence», βγαλμένο μέσα από έντονους προσωπικούς προβληματισμούς, ένα μακρύ πνευματικό ταξίδι, με σταθμό την κρίση της πίστης - σε οποιονδήποτε, τον Θεό, τον άνθρωπο, τον ίδιο τον εαυτό του.


«Silence»

Με έντονες και αναπόφευκτες αναφορές στον θρησκευτικό φανατισμό και την τυφλότητα. Και με την επισφράγιση μιας πολύ ιδιωτικής ακρόασης και προβολής με τον πάπα Φραγκίσκο και με 200 ιησουίτες μοναχούς. Το «Silence» μοιάζει να είναι η ταινία για την οποία ο Σκορσέζε προοριζόταν από την αρχή όχι μόνο της καριέρας του, αλλά της ζωής του.
Η ιδέα για το «Silence» ήρθε μέσα από την πιο αμφιλεγόμενη, επίσης θρησκευτικής ταυτότητας, ταινία του Σκορσέζε, τον «Τελευταίο πειρασμό» του 1988, διασκευή του εμβληματικού φιλοσοφικού μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη, στον απόηχο των διαμαρτυριών θρησκευτικών ομάδων, μηνύσεων, ακόμα και απειλών εναντίον της ζωής του σκηνοθέτη.
Η έμπνευση ήταν το μυθιστόρημα του Ιάπωνα Σουσάκο Εντο, που κυκλοφόρησε το 1966. Τοποθετημένη στην Ιαπωνία του 17ου αιώνα, την περίοδο των εφιαλτικών διωγμών των χριστιανών (συνεπακόλουθο της αποικιοκρατικής πολιτικής Ισπανίας, Πορτογαλίας, Ολλανδίας και Γαλλίας), η ιστορία καταγράφει το πραγματικό και πνευματικό ταξίδι δύο ιησουιτών ιερέων (τους υποδύονται με μεγαλειώδη ευαισθησία οι Αντριου Γκάρφιλντ και Ανταμ Ντράιβερ), που φτάνουν στο Ναγκασάκι, σε αναζήτηση του ιεραποστόλου δασκάλου τους (ο Λίαμ Νίσον σ’ έναν καθηλωτικό ρόλο, όχι μακριά από τον «Κουρτς» του Μάρλον Μπράντο στο «Αποκάλυψη τώρα!»), που αγνοείται και φημολογείται ότι αποστάτησε από την Καθολική Εκκλησία.

Το «Silence» χρειάστηκε 28 χρόνια και 47 εκατομμύρια δολάρια για να πραγματοποιηθεί. Η παραγωγή του αποτελεί μόνη της υλικό για ταινία, συμπεριλαμβάνοντας μια μνημειώδη δικαστική διαμάχη, οικονομικά εγκλήματα, ακόμα κι έναν θάνατο, από ατύχημα, ενός εργάτη του σκηνογραφικού.

Συνοπτικά, το 1990, ο τότε ευρωπαϊκός κολοσσός της παραγωγής, η ιταλική Cecchi Gori Pictures, απέκτησε την οψιόν για τη διασκευή του βιβλίου για 700.000 δολάρια. Ο Σκορσέζε μαζί με τον Τζέι Κοκς (των «Κακόφημων δρόμων») έγραψαν ένα πρώτο σενάριο, το οποίο, ωστόσο, κανέναν τους δεν ικανοποίησε. Η εταιρεία προσέλαβε κι άλλους σεναριογράφους, ανάμεσά τους τον Μάικλ Γκόρντον - «300» και τον Νίκολας Καζάν - «Το γύρισμα της τύχης», οι οποίοι περιέπλεξαν ακόμα περισσότερο το μοίρασμα των δικαιωμάτων του πρότζεκτ.
Η ταινία παρασύρθηκε και από τη μεγάλη διαμάχη των δύο επικεφαλής της Cecchi Gori, του Τζιάνι Νουνάρι και του Βιτόριο Κέτσι Γκόρι, που μήνυσαν ο ένας τον άλλον το 2008, διασπώντας την εταιρεία - γρήγορα ο Βιτόριο βρέθηκε στη φυλακή, καταδικασμένος για οικονομικά εγκλήματα στη διαδικασία πτώχευσης της εταιρείας.
Ωσπου να λυθεί ο νομικός δαίδαλος και ο Κέτσι Γκόρι ν’ αποφυλακιστεί, ο Σκορσέζε είχε ήδη προχωρήσει σε άλλες ταινίες («The Departed», «Shutter Island», «Hugo», «The wolf of Wall Street»), με αποτέλεσμα η Cecchi Gori να μηνύσει με τη σειρά της τον σκηνοθέτη, για «αθέτηση συμβολαίου από πρόθεση»: ο Σκορσέζε, ο οποίος είχε ήδη καταβάλει 3,5 εκατ. δολάρια στον Τζιάνι Νουνάρι συμφώνησε εξωδικαστικά να πληρώσει ακόμα 1,5 εκατ. δολάρια στην εταιρεία για ζημίες λόγω της καθυστέρησης της ταινίας.
Οταν, τελικά, το πράσινο φως δόθηκε το 2015, το γύρισμα, που έγινε στην Ταϊβάν, δεν ήταν πιο εύκολο: το κλίμα ήταν σχεδόν τροπικό, η ζέστη έπιανε θερμοκρασίες-ρεκόρ, το συνεργείο βρισκόταν σε ημιλιπόθυμη κατάσταση, ώσπου ο καιρός να γυρίσει, ξαφνικά, σε καταρρακτώδεις βροχές, μανιασμένο αέρα, τυφώνες που έδερναν τους βασικούς συντελεστές και τους 400 κομπάρσους.
«Ηταν δύσκολο ακόμα και να φτάνω κάθε μέρα στο γύρισμα, ν’ ανεβαίνω ασταμάτητα βουνοπλαγιές, είχα έναν σωματοφύλακα που κάποιες φορές με σήκωνε στα χέρια», θυμάται ο Σκορσέζε.
Ωστόσο, η ταινία έγινε, ο σκηνοθέτης κέρδισε το προσωπικό του στοίχημα και ολοκλήρωσε το εσωστρεφές, σύνθετο, πνευματικό αριστούργημά του.
Ο ίδιος, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του «πιστό με κάποιες αμφιβολίες», εξήγησε τις προθέσεις του στο περσινό Φεστιβάλ Κανών: «Καθώς μεγαλώνεις, οι ιδέες έρχονται και φεύγουν. Ερωτήσεις, απαντήσεις, χαμένες απαντήσεις και περισσότερες ερωτήσεις, κι αυτό είναι που μ’ ενδιαφέρει στ’ αλήθεια.
Ναι, το σινεμά και οι άνθρωποι στη ζωή μου και η οικογένειά μου είναι τα πιο σημαντικά πράγματα, αλλά, καθώς μεγαλώνεις, πρέπει να υπάρχει και κάτι παραπάνω. Πολύ, πολύ παραπάνω. Κάποιου είδους αναζήτηση για εκείνο που είναι πνευματικό και υπερβατικό. Γι’ αυτό με τράβηξε η “Σιωπή”. Ηταν μια έμμονη ιδέα μου, έπρεπε να γίνει… Είναι μια δυνατή, πανέμορφη αληθινή ιστορία, ίσως ένα θρίλερ, αλλά καταπιάνεται μ’ αυτές τις ερωτήσεις».

Στις αίθουσες την Πέμπτη,
5 Ιανουαρίου, από τη Spentzos Film.


Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
3/1/2017