Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα γεννήθηκε και πέθανε ο Βασίλης Τσιτσάνης και αυτή ήταν η ζωή του

“Θυμάμαι αποβραδίς είχε γίνει μπλόκο από τους Γερμανούς σ’ ένα κουτούκι και κανείς μας δεν ήξερε, ποιος θα φύγει ζωντανός από μέσα. Μ’ έβαλαν και έπαιζα μέχρι το πρωί. Το χάραμα μας άφησαν να φύγουμε. Έξω το χιόνι ήταν στρωμένο και όπως πήγαινα για το σπίτι, είδα τόπους-τόπους πηχτό κόκκινο αίμα. Μέσα στο
λίγο φως, είδα το παλικάρι που ήταν σκοτωμένο. Γύρισα σπίτι μου και έγραψα το τραγούδι” είχε πει σε συνέντευξή του στον Γιώργο Λιάνη ο πολυγραφότατος μουσουργός Βασίλης Τσιτσάνης για την ιστορία πίσω από τη Συννεφιασμένη Κυριακή του 1948.

tsitsanis-photo1

Εμβληματικός και αφοσιωμένος στην τέχνη του ο Τσιτσάνης είναι το ίδιο το ελληνικό τραγούδι. Μέσα από τις παρτιτούρες και τους στίχους του η Ελλάδα ζει τις αλλαγές της ιστορίας.
Καθώς σήμερα είναι η ημέρα γέννησης και θανάτου του μεγάλου δημιουργού, αναδημοσιεύουμε τη βιογραφία του όπως είναι αναρτημένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Μουσείου Τσιτσάνη για αυτόν που θεωρείται από πολλούς, μουσικολόγους ή απλά φιλόμουσους ο μεγαλύτερος Έλληνας δημιουργός του λαϊκού τραγουδιού.

tsitsanis photo3
Πηγή: Αρχείο Κώστα Χατζηδουλή/ Κέντρο Έρευνας – Μουσείο Τσιτσάνη

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα από γονείς Ηπειρώτες.

Τσαρουχάς ο πατέρας του, είχε ένα μαντολίνο με το οποίο έπαιζε σχεδόν αποκλειστικά κλέφτικα τραγούδια της πατρίδας του. Αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία. Στα 11 χρόνια του χάνει τον πατέρα του και μόνον τότε πέφτει στα χέρια του το μαντολίνο – το οποίο στο μεταξύ έχει μετατραπεί από κάποιον ντόπιο οργανοποιό σε μπουζούκι.
Στα γυμνασιακά του χρόνια στα Τρίκαλα μαθαίνει παράλληλα βιολί, συμμετέχοντας με αυτό σε τοπικές εκδηλώσεις. Το μπουζούκι όμως, αν και χωρίς κοινωνική καταξίωση στη μικρή τοπική κοινωνία, τραβάει περισσότερο το ενδιαφέρον του. Τα πρώτα του τραγούδια τα γράφει σε ηλικία 15 χρονών. Στα τέλη του 1936 φεύγει απο τα Τρίκαλα για την Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει νομικά.
Για να συμπληρώσει τα έσοδά του δουλεύει παράλληλα σε ταβέρνες. Σε μια απ’αυτές γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο ο οποίος τον πηγαίνει σε μια δισκογραφική εταιρεία. Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937, αλλά το κύριο μέρος των προπολεμικών δίσκων του πραγματοποιείται τα επόμενα χρόνια. Η «Αρχόντισσα» είναι το πιο γνωστό τραγούδι που ηχογραφεί τότε αλλά μαζί μ’αυτό βρίσκουν θέση στη δισκογραφία τραγούδια όπως τα «Να γιατί γυρνώ», «Γι’ αυτά τα μαύρα μάτια σου» και πολλά άλλα που ερμηνεύουν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κερομύτης αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης. Με αυτά τα τραγούδια ο Τσιτσάνης εισήγαγε ένα νέο είδος λαϊκού τραγουδιού το οποίο αποτείνεται στο πλατύτερο κοινό, σε αντίθεση με το ρεμπέτικο τραγούδι που ενδιαφέρει ένα περιορισμένο κύκλο ακροατών.




Μ’ αυτά απαντά στην λογοκρισία της Μεταξικής δικτατορίας η οποία απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Τα χρόνια της κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά. Αυτά τα χρόνια γράφει πολλά από τα τραγούδια που ηχογραφεί μετά τον πόλεμο όταν άνοιξαν ξανά τα εργοστάσια δίσκων. «Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα» και βέβαια τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα και αρχίζει πάλι να ηχογραφεί.

tsitsanis photo2
Με την Σωτηρία Μπέλου.Πηγή: Αρχείο Κώστα Χατζηδουλή/ Κέντρο Έρευνας – Μουσείο ΤσιτσάνηΗ δεκαετία 1945 – 1955 είναι ίσως η κορυφαία της καριέρας του καθώς γνωρίζει την πλατιά καταξίωση στη δισκογραφία και η πιο μεστή δημιουργικά γι’ αυτόν. Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που υπηρετούν τα τραγούδια του και δένονται μαζί του: τη Μαρίκα Νίνου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. «Είμαστε αλάνια», «Πήρα τη στράτα κι έρχομαι», «Χωρίσαμε ένα δειλινό», «Τρελός τσιγγάνος», «Πέφτουν της βροχής οι στάλες», «Όμορφη Θεσσαλονίκη», «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Κάνε λιγάκι υπομονή», «Φάμπρικες», «Πέφτεις σε λάθη», «Καβουράκια», «Κάθε βράδυ λυπημένη», «Ξημερώνει και βραδιάζει», «Έλα όπως είσαι», είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια του γι’ αυτή την περίοδο. Κι ίσως θα έπρεπε να σημειώσουμε τόσο το μελωδικό πλούτο, όσο και τη δεξιοτεχνία στην απόδοση πολλών απ’ αυτά τα τραγούδια. Χαρακτηριστικές οι εισαγωγές τους – που κάποτε είναι… τρείς: ταξίμι, προεισαγωγή, εισαγωγή – δείγματα ιδιαίτερης σπουδής και απίστευτης ευχέρειας στη μελωδική έκφραση.




Καθώς, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50, το σκηνικό στο λαϊκό τραγούδι πλατιάς αποδοχής αλλάζει και κυριαρχούν κάποιες αραβικές ή και ινδικές επιρροές, ο Τσιτσάνηςπροσπαθεί να εγκλιματιστεί χωρίς να εγκαταλείψει το προσωπικό του ύφος. Το ίδιο κάνει και σε επόμενες εποχές που η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αλλάζει ξανά.

Χωρίς ποτέ να αποδεχτεί κάποια απ” τις εποχιακές «μόδες», παρουσιάζει πάντα κάποια τραγούδια που μπορούν να προστεθούν στα κλασικά του, αν και ανήκουν σε νεότερα χρόνια κι έχουν επιρροές απ” τον κυρίαρχο ήχο αυτών. Τραγούδια του ερμηνεύουν οΚαζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης, ο Γαβαλάς, ο Αγγελόπουλος, η Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κι από κάποιο σημείο και κάτω, κατ” εξοχήν ο ίδιος. Απ’ αυτά ν’ αναφέρουμε ενδεικτικά: «Ίσως αύριο (1958), «Τα λιμάνια» (1962), «Τα ξένα χέρια»(1962), «Μείνε αγάπη μου κοντά μου»(1962), «Κορίτσι μου όλα για σένα»(1967), «Απόψε στις ακρογιαλιές»(1968), «Κάποιο αλάνι»(1968), «Της Γερακίνας γιός»(1975), «Δηλητήριο στη φλέβα»(1979). Το 1980 με πρωτοβουλία της UNESCO ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Χάραμα» – έτσι λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας του και της ζωής του. Σ” αυτό το δίσκο παίζει μια σειρά από κλασικά του τραγούδια αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι.
tsitsanis photo4
Με τον Γιάννη Τσαρούχη
Πηγή: Αρχείο Κώστα Χατζηδουλή/ Κέντρο Έρευνας – Μουσείο Τσιτσάνη


Ο δίσκος αυτός με την έκδοσή του στην Γαλλία (1985) παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross. Όμως στο μεταξύ ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα. Το 1984, ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του (18 Ιανουαρίου), πεθαίνει στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου ύστερα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες.
Μέχρι και 24 μέρες πρίν εμφανιζόταν κανονικά σε κέντρο και δούλευε καινούργια τραγούδια.

 http://trikkipress.gr/wp-content/uploads/2017/01/tsitsanis-599x275.jpg

ΤΡΙΚΚΗ Press
18/1/2017








 Αφιέρωμα στον Βασίλη Τσιτσάνη

Ο Τσιτσάνης γεννήθηκε 18 του Γενάρη το 1915 στα Τρίκαλα .Πριν το Βασίλη, που ήταν το στερνοπαίδι του, είχαν γεννηθεί 13 άλλα αδέλφια του. Από αυτά έζησαν μαζί με τον Βασίλη μόνο τέσσερα.

Ο Νίκος ο Μεγάλος, ο Χρήστος που έγραψε και αυτός τραγούδια και έπαιζε και πολύ ωραίο μπουζούκι η αδελφή τους και ο Βασίλη
Ο Πατέρας του, Κώστας Τσιτσάνης, ήταν Ηπειρώτης από τα Γιάννενα και Τσαρουχάς το επάγγελμα καθώς και η μάνα του Βικτορία Λάζου από τα Ζαγόρια.

Πολλά παιδιά μεγάλη οικογένεια έφυγαν από την Ήπειρο την Τουρκοκρατούμενη αρχές του προηγούμενου Αιώνα και ήρθαν στην Ελεύθερη Ελλάδα τότε, τα Τρίκαλα .
Για να τα βγάλει πέρα ο πατέρας του Βασίλη, που είχε πάρει το όνομα από τον 15χρονο αδελφό του που είχε πεθάνει, έφτιαχνε και διόρθωνε τσαρούχια Όταν οι μνήμες του πατέρα του γυρνούσαν στα Γιάννενα έπαιρνε την μαντόλα και στις όχθες του Ληθαίου παρέα με τον μικρό Βασίλη έπαιζε και τραγουδούσε σκοπούς της Πατρίδας του και προπάντων μοιρολόγια, αυτά ήταν και τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη.







Και αυτό υπάρχει μέσα στα τραγούδια του. Ακόμα και οι μη μυημένοι μπορούν αυτό να το διακρίνουν. ¨όταν το 1927 πέθανε ο πατέρας του η Οικογένεια δυστύχησε πείνασε. της έλειψαν τα απαραίτητα. ακόμα κα ο μικρός Βασίλης δούλευε να φέρει κάτι να φάνε στο σπίτι .
Τα χρόνια αυτά στιγμάτισαν και διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του μικρού Βασίλη. Ήταν η εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Αυτό όμως μπορούμε να πούμε ότι ήταν και η προίκα του Β. Τσιτσάνη. Αυτός ο πόνος αυτός ο θρήνος αυτό το αίμα αυτούς τους αναστεναγμούς, την δυστυχία είχε μαζί του όταν το 1936 κατέβηκε στην Αθήνα.




Το 1940 επιστρατεύτηκε και πήγε στον πόλεμο.
Ένας ήταν ο Τσιτσάνης άλλος δεν πρόκειται να γίνει κανείς δεν μπορεί να μαζέψει τόσα προσόντα τόσες μνήμες και τόσο ταλέντο. Από τότε που έφυγε ο Τσιτσάνης Έχουμε ένα μουσικό χειμώνα που δεν λέει να τελειώσει.
Χάθηκε ο τρόπος επικοινωνίας, με τους δημιουργούς οι δημιουργοί σήμερα δεν είναι δίπλα στις ανάσες και τα προβλήματα του λαού, Τα τραγούδια σήμερα είναι ευκολοχώνευτες μπούρδες. Και αυτός ο Κισσός της υποκουλτούρας κοντεύει να πνίξει ότι καλό και ωραίο είχαμε και συνεχίζουμε να έχουμε.


Μίμης Οικονόμου
ΤΡΙΚΚΗ Press
18/1/2017