Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Το ανίερο μεταπολιτευτικό modus vivendi κράτους-εκκλησίας

Στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου (δεκαετίες 1950 και 1960), οι εν Ελλάδι αββάδες είχαν, τρόπον τινά, λουφάξει. Η επικράτηση στις περισσότερες ορθόδοξες χώρες της Ευρασίας των ολοκληρωτικών καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού είχε ως παράπλευρη συνέπεια αποκαλύψεις σχετικώς με τον παρασιτικό βίο των αββάδων στάρτσι (старцы, ρωσιστί), των φερεοίκων στράννικι (странники), των ερημιτών αναχαρέτι (анахореты) και των σαλών γιουρόντιβε (юродивые). Κυκλοφόρησαν δεκάδες βιβλία και
γράφηκαν χιλιάδες άρθρα με γλαφυρές διηγήσεις για την παρακμιακή κατάσταση που είχε κυριαρχήσει επί Αλεξάνδρου Γ' και Νικολάου Β'. Ο διασυρμός και η αποδόμηση τόσο των Σλάβων όσο και των Ρουμάνων στάρτσι είχε διττό αποτέλεσμα: α) οι εν Ελλάδι αββάδες αποθαρρύνθηκαν και, υπό μία έννοια, τους «κόπηκαν τα φτερά»· β) οι ελληνικές αρχές δεν έκριναν σκόπιμο να επενδύσουν σε ένα έκθετο προϊόν, το οποίο η σοβιετική προπαγάνδα είχε κυριολεκτικώς κονιορτοποιήσει. Ως εκ τούτου οι γέροντες συνέχισαν μεν να υπάρχουν και να ασκούν μία διόλου αμελητέα επιρροή στην ελλαδική Εκκλησία, πλην όμως έμφαση δόθηκε στον ελληνοχριστιανισμό των εκκλησιαστικών αδελφοτήτων.

 

Με την παλινόρθωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας οι -έως τότε λάθρα βιούντες- γέροντες άρχισαν να αναθαρρούν. Η σταδιακή καθίζηση των κομμουνιστικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης (ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970), η άνοδος του φιλελευθερισμού και της σοσιαλδημοκρατίας εν Ελλάδι και η στρατηγική της ύφεσης και της άμβλυνσης των διεθνοπολιτικών αντιθέσεων και τριβών είχαν διττό αποτέλεσμα: α) την (ομολογουμένως φειδωλή) επανεμφάνιση των στάρτσι στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού και την έκδοση βιβλίων που εξεθείαζαν τον φερόμενο ως «οσιακό» βίο τους (βλ. ενδεικτικώς τα συγγράμματα του Σέρβου ηγουμένου Ιουστίνου Πόποβιτς, του εν ΗΠΑ διαβιούντος Ρώσου «μύστη της ανόδου [ή, ακριβέστερα, της καθόδου] στον γνόφο1 [sic] της θεώσεως»2 πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Φλορόφσκυ, του Ρουμάνου πρωτοπρεσβυτέρου Ντουμίτρου Στανιλοάε, του Μαυροβουνίου μητροπολίτη Αμφιλοχίου Ράντοβιτς). β) Την ολοένα μειουμένη ανάγκη για άρθρωση νουνεχούς θεωρητικού λόγου και για προβολή ενός ρεαλιστικού υποδείγματος ζωής στον αντίποδα του εφαρμοσμένου μαρξισμού (διότι η αστική πρόσληψη του υπαρκτού μαρξισμού κατέρρεε προς όφελος της φιλελεύθερης δημοκρατίας).
Σε αυτό το πλαίσιο η εν Ελλάδι εκκλησιαστική ηγεσία κατέληξε σε ένα άτυπο modus vivendi με τις ηγέτιδες τάξεις της μεταπολιτεύσεως. Από τη μία πλευρά η Εκκλησία κατοχύρωσε ένα sui generis αυτοδιοίκητο: θα μπορούσε να ορίζει τα του οίκου της εν μερική ασυδοσία, αδιαφάνεια, και ατιμωρησία (αρνούμενη να συμμορφωθεί σε αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων3, και ερμηνεύοντας κατά το δοκούν ή ακόμη και καταστρατηγώντας διατάξεις του Καταστατικού Χάρτου του Ν. 590/19774). Από την άλλη, η πολιτεία θα μπορούσε να πράττει ό,τι επιθυμεί σε θέματα τα οποία δεν άπτονται του σκληρού πυρήνος των συμφερόντων της διοικούσης Εκκλησίας (οικονομικά και διοικητικά ζητήματα).

Το κράτος κοιτούσε τη δουλειά του· η εκκλησία τη δική της· το ένα χέρι ένιβε το άλλο· η έννοια της επικρατούσης θρησκείας ταυτίσθηκε εννοιολογικώς με τη θρησκεία που πρέπει εξάπαντος να επικρατεί χάρη σε κρατικά δεκανίκια5· όποτε το απαιτούσαν οι περιστάσεις6 ανεσύρετο από την αφάνεια ακόμη και το Ν.Δ. 4000/1959 «Περὶ καταστολῆς ἀξιοποίνων τινῶν πράξεων καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ΚΠΔ» και οι δύο έκαναν τα στραβά μάτια στις ατασθαλίες του άλλου.
Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης είχε συνοψίσει τη μεταπολιτευτική συναλληλία κράτους - εκκλησίας χρησιμοποιώντας τρία ονόματα: α) συνεργασία· β) αλληλοβοήθεια· και γ) αλληλοπεριχώρησις, η οποία άγει σε αμοιβαίο επηρεασμό.7
Ειρήσθω εν παρόδω, υπενθυμίζεται ότι επί βασιλευομένης δημοκρατίας (με το Ν.Δ. 4589/1966) και επί επταετίας (με το Ν.Δ. 126/1969) προβλεπόταν η αυτοδικαία αποχώρηση των μητροπολιτών από τα καθήκοντά τους μετά τη συμπλήρωση του 80ού ή του 72ου έτους της ηλικίας των αντιστοίχως, ενώ επί σειρά ετών ο άναξ ήταν εκείνος ο οποίος επέλεγε τον μητροπολίτη της αρεσκείας του από το εκάστοτε καταρτισθέν τριπρόσωπο. Δηλαδή προ της μεταπολιτεύσεως οι παρεμβάσεις της νόμω κρατούσης πολιτείας στα της διοικούσης Εκκλησίας ήταν σαφώς πιο έντονες.

Το πρώτο crash test αυτής της ιδιοτύπου συναλλήλου συμπορεύσεως έλαβε χώρα το 1976 με τη γλωσσική απορρύθμιση του «εθνάρχου» Κ. Καραμανλή και του υπουργού Γ. Ράλλη. Η, εν μια νυκτί, κατάργηση της καθαρευούσης8 μαζί με την κατάργηση στο γυμνάσιο της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών κειμένων από το πρωτότυπο θα μπορούσαν να επιφέρουν την μήνιν της εκκλησίας. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Οι απόψεις, που διετυπώθησαν από ελαχίστους ιεράρχες, περί διοργανώσεως απογευματινών φροντιστηρίων στους ναούς και στα πνευματικά κέντρα των ενοριών για τη δωρεάν διδασκαλία της καθαρευούσης και των αρχαίων ελληνικών, γρήγορα απομονώθηκαν, στηλιτεύθηκαν, αποδομήθηκαν, παρωδήθηκαν και, εν τέλει, σίγασαν. Κάτι το οποίο δύο χρόνια νωρίτερα θα είχε αποτελέσει casus belli, το 1976 έγινε δεκτό χωρίς καμία ουσιαστική αντίδραση, διότι πλέον οι ισορροπίες  είχαν μεταβληθεί. Ελάχιστα χρόνια αργότερα, η ίδια υποτονική και άνευρη αντίδραση επανελήφθη τόσο με την κατάργηση της διδασκαλίας περικοπών από την Καινή Διαθήκη στο πλαίσιο του μαθήματος των θρησκευτικών όσο και με τη μεταμεσονύκτια επιβολή του μονοτονικού συστήματος (με τις ψήφους τριάκοντα επί συνόλου τριακοσίων βουλευτών).

Ήταν σαφές ότι η εγκαθίδρυση νέου πολιτικού καθεστώτος συνεπάγετο και νέο modus vivendi στις σχέσεις Εκκλησίας - πολιτείας. Πρόσκαιρες τριβές, όπως η απόπειρα του υπουργού Α. Τρίτση να ρυθμίσει θέματα της εκκλησιαστικής περιουσίας (Ν. 1700/1987 και 1811/1988) ή οι λαοσυνάξεις του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη και η συγκέντρωση υπογραφών για την προκήρυξη δημοψηφίσματος εναντίον της απάλειψης του θρησκεύματος από τα δελτία ταυτότητος9 (2000-2001) απετέλεσαν μεμονωμένες παραφωνίες και στιγμιαίες παρεκκλίσεις από τον κανόνα, μη δυνάμενες να ανατρέψουν το ισχύον status quo. Επρόκειτο για απλές ανορθογραφίες της στιγμής, απόρροια ανθρωπίνου εγωισμού, ναρκισσισμού, πείσματος, φιλοδοξιών, μεγαλομανίας10 και μικρο- ή παρα- πολιτικών τακτικισμών· ανοργάνωτες, σπασμωδικές κινήσεις, δίχως στρατηγικό σχεδιασμό, οι οποίες δεν φιλοδοξούσαν να μεταβάλουν άρδην τα δεδομένα στις σχέσεις Εκκλησίας - πολιτείας. Σε μία ανίερο συμμαχία είναι λογικό επακόλουθο οι δύο, κατά Σαίξπηρ, strange bedfellows να έχουν ορισμένα καβγαδάκια, τα οποία όμως γρήγορα παραμερίζονται ενώπιον των αμοιβαίως αλληλοδιαπλεκομένων και αλληλοεξαρτωμένων υλικών συμφερόντων, τα οποία τους κρατούν σφιχταγκαλιασμένους στην ίδια κλίνη: στην κλίνη του αξεδιάλυτου κρατικοθρησκευτικού εξουσιασμού11.

Άνευ ιδεολογικού στίγματος, άνευ πολιτισμικού στίγματος, άνευ παιδευτικού προτάγματος, άνευ διδασκαλίας της Βίβλου, η εν Ελλάδι Ορθόδοξος Εκκλησία διολίσθησε ταχέως προς ένα παρακμιακό συμπίλημα ευσεβιστικού πουριτανισμού, φατριαστικής δεσποτοκρατίας, οστεοπορώσεως (υποδαυλιζομένης υπό ραδιούργων «κοκκαλοπωλητῶν», σύμφωνα με τον ανώνυμο συγγραφέα της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» του 1806), ξοανολατρείας και, το αποκρουστικότερο και επικινδυνότερο όλων, αποκρυφιστικής γεροντοπροφητειοδιορατικολαγνείας.
Εάν η ελλαδική Εκκλησία δεν επιθυμεί να μετατραπεί σε φορέα εκπροσωπήσεως μίας αποστεωμένης και απολιθωμένης μουσειακής παραδόσεως βασισμένης στην ορμέμφυτο θρησκοληψία (απογυμνωμένης από κάθε ζωτικό πνευματικό στοιχείο), τότε οφείλει τάχιστα να απεμπλακεί από τον εναγκαλισμό της κοσμικής εξουσίας, να εστιάσει στον ορθόδοξο τρόπο ζωής και δράσεως, να δώσει έμφαση στην παιδεία (τόσο του κλήρου όσο και του λαού), να ελευθερωθεί από τις αγκυλώσεις του τυπολατρικού συντηρητισμού, να προωθήσει ρηξικέλευθες οργανωτικές και διοικητικές τομές στα του οίκου της. Ο σαφής, ουσιαστικός και πλήρης (άνευ αστερίσκων και εξαιρέσεων) χωρισμός κράτους - Εκκλησίας αποτελεί προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για την προώθηση ουσιαστικών θεσμικών τομών στο κλίμα της ελλαδικής Εκκλησίας.

Εκφοβιστικές ρητορείες του στυλ «σε περίπτωση χωρισμού [η πολιτεία θα βρεθεί] σε κατάσταση βαθιάς εκκοσμίκευσης και ηθικής κατάρρευσης, χωρίς τη δύναμη της αντίστασης και ανάκαμψης, [...] διότι οι ασκοί [sic] του Αιόλου μοιάζουν να έχουν λυθεί και οι θύελλες μας απειλούν με σάρωμα»12 στερούνται σοβαρότητος και δεν τεκμηριώνονται επί τη βάσει καμίας λογικής.

Η επίσημη Εκκλησία βαδίζει σε ολισθηρώς επισφαλή μονοπάτια· έχει απονομιμοποιηθεί στις συνειδήσεις της πλειοψηφίας των πολιτών· έχει χάσει την αγάπη του λαού και έχει κερδίσει την περιφρόνηση και τη χλεύη της νέας γενιάς. Εάν η Εκκλησία δεν αλλάξει ρότα, ελλοχεύει το (κατ’ εμέ απευκταίο) ενδεχόμενο να πολλαπλασιασθούν οι απονενοημένες βίαιες ενέργειες εναντίον ναών, μοναστηριών και λοιπών εκκλησιαστικών ιδρυμάτων. Όσο η διοικούσα Εκκλησία καθεύδει, τόσο αυξάνεται η οργή της κοινωνίας· εάν συνεχισθεί επί μακρόν η σημερινή παρακμιακή κατάσταση σε συνδυασμό με την παρατεταμένη δυσπραγία και οικονομική ανέχεια των πολιτών, η ελλαδική Εκκλησία ενδέχεται να κληθεί να θερίσει θύελλες («ἀνεμόφθορα ἔσπειραν, καὶ ἡ καταστροφὴ αὐτῶν ἐκδέξεται αὐτά») και δεν αποκλείεται στο απώτερο μέλλον να βρεθεί ενώπιον εξελίξεων οι οποίες θα είναι δυσκόλως διαχειρίσιμες.

Σημειώσεις:
1 Του Φλορόφσκυ η γλώττα η λανθάνουσα τ’ αληθή λέγει· τω όντι γνοφερές (ουδαμώς φωτεινές) οι συγκεκριμένες μυστικιστικές θεωρίες. Προφανώς, εδώ ο γνόφος παραπέμπει στην ακαταληψία και στο σκότος που καλύπτει την άκτιστη ουσία του Θεού· ωστόσο, το να ομιλεί κανείς για «τον γνόφο της θεώσεως» είναι οξύμωρο, διότι η θέωση αποτελεί μία φωταυγή, όχι μία γνοφώδη κατάσταση.
2 Στην πραγματικότητα ο Γ. Βασίλιεβιτς Φλορόφσκυ παραπέμπει στις αντινομικές ρήσεις του Γρηγορίου Νύσσης («λαμπρὸς γνόφος», «ἐν τούτῳ τὸ ἰδεῖν, ἐν τῷ μὴ ἰδεῖν», «θεία νύξ», «νηφάλιος μέθη, δι’ ἧς ἐξίσταται αὐτὸς ἑαυτοῦ», κ.λπ.). Πρόκειται για εσκεμμένως επιτηδευμένους γρίφους, οι οποίοι στερούνται λογικού ειρμού· υποτίθεται ότι οδηγούν στην ανάβαση, στην κοινωνία και στην εκστατική ένωση («ἀνάκρασιν») με τον Θεό. Γεώργιος Φλορόφσκυ, Οἱ Βυζαντινοὶ ἀσκητικοὶ καὶ πνευματικοὶ πατέρες, Ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη, 1992, σσ. 234-235.
3 Επί παραδείγματι, η υπ’ αριθμόν 1028/1993 απόφαση της ολομελείας του ΣτΕ.
4 Επί παραδείγματι, η, πλειστάκις παρακαμφθείσα και επί 40 συναπτά έτη εκ συστήματος πολλάκις μη εφαρμοζομένη, παράγραφος 3 του άρθρου 34 του Καταστατικού Χάρτου, η οποία ορίζει ότι «Μητροπολίτης καταστὰς ἀνίκανος πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του καὶ μὴ ὑποβαλὼν παραίτησιν ἀπαλλάσσεται τούτων κατόπιν ἀποφάσεως εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἢ τοῦ νομίμου ἀναπληρωτοῦ αὐτοῦ, ὡς Προέδρου καὶ δύο καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τῶν Πανεπιστημίων τῆς Χώρας».
5 Τα κρατικά δεκανίκια και οι κρατικές εκδουλεύσεις, ενίοτε, μετατρέπονται σε κρατικούς βρόχους. Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της ‘παγκοσμιοποίησης’, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή, 2000, σσ. 290, 297, 304, 326, 332.
6 Αντώνης Σκορδίλης, «Ο εξεγερμένος Μάης των Ελλήνων τυφλών: Λεπτομέρειες και ντοκουμέντα από την ιστορική εξέγερση του 1976», Ελευθεροτυπία, 3.5.2010, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=158256 .
7 Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης, «Ορθοδοξία, έθνος, λαός και κλήρος: Ερωτώ την Πολιτεία... (Ι)», Το Βήμα, 9.4.1995, σσ. Α14-Α15.
8 Καθιέρωση της δημοτικής στο εκπαιδευτικό σύστημα και στη δημόσια διοίκηση. Η επέκταση της δημοτικής στον χώρο της Δικαιοσύνης συνέβη το 1982 επί υπουργίας Ε. Βερυβάκη.
9 Η δήλωση του θρησκεύματος στις ταυτότητες παραπέμπει, συνειρμικώς, στην πρακτική των κτηνοτρόφων της Άγριας Δύσης, οι οποίοι συνήθιζαν να μαρκάρουν τα ζώα τους με ανεξίτηλο μελάνι. Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της 'παγκοσμιοποίησης', Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή, 2000, σ. 299.
10 Στυλιανός Χαρκιανάκης, «Τα περί 'καθάρσεως' στην Εκκλησία: Α'», Το Βήμα της Εκκλησίας, τ. 8245, Φεβρουάριος 2006, σ. 3.
11 Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της ‘παγκοσμιοποίησης’, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή, 2000, σ. 290.
12 Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης, «Ορθοδοξία, έθνος, λαός και κλήρος: Ερωτώ την Πολιτεία...(Ι)», Το Βήμα, 9.4.1995, σσ. Α14-Α15.

* Ο Νικόλαος Διακίδης είναι διεθνολόγος - στρατηγικός αναλυτής

Η ΑΥΓΗ
16/12/2016