Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Ταγματάρχης (ΠΖ) Γεώργιος Δουράτσος: "Τα οχυρά δεν παραδίδονται, καταλαμβάνονται"

Γεννήθηκε στην Άνω Σύρο την 1η Αυγούστου 1894. Ήταν ένα από τα 11 παιδιά -10 αγόρια και 1 κορίτσι- του Κάρολου Δουράτσου και της Ελπίδας, το γένος Βακονδίου. 
Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές κατετάγη στον Εθνικό Στρατό με Αρ. Στρ. Μητρώου 16036. Μονιμοποιήθηκε στο στράτευμα και έλαβε τον βαθμό του μόνιμου ανθυπολοχαγού ΠΖ (Πεζικού) την 20/9/1915.
Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του υπηρεσίας φοίτησε και αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή όπως και από διάφορες Στρατιωτικές Σχολές και Κέντρα Στρατιωτικής Επιμόρφωσης.

Μέχρι τον βαθμό του λοχαγού, υπηρέτησε σε διάφορες στρατιωτικές μονάδες πεζικού. Ταξίαρχος ον διετέλεσε διοικητής της ΣΔΔΜ (Στρατιωτική Διοίκηση Δυτικής Μακεδονίας) με έδρα την Κοζάνη.
Έλαβε μέρος στις παρακάτω εκστρατείες και πολέμους: 
1 - Συμμετείχε στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας.
2 - Έλαβε μέρος στον πόλεμο του 1940-41 με τον βαθμό του ταγματάρχου ως διοικητής του οχυρού Ρούπελ στον 6ο Συνοριακό Υποτομέα στη γραμμή Μεταξά.
3 - Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.
4 - Συμμετείχε στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Εμφυλίου πολέμου 1946-49.

Όσον αφορά το οχυρό Ρούπελ κατασκευάστηκε κατά την περίοδο του ελληνοβουλγαρικού πολέμου το 1913, πάνω σε αντέρισμα του όρους «Τσιγκέλι» και αποτελούσε το μεγαλύτερο απ' όλα τα οχυρά της "Γραμμής Μεταξά". Είχε μήκος 2.500 μ., περιελάμβανε 123 έργα οχυρώσεως-ενεργητικά σκέπαστρα, με ανάπτυγμα συγκροτήματος υπογείων καταφυγίων, αποθηκών, κοιτώνων, λουτρών, μικρού νοσοκομείου κ.λ.π., 1.849 τ.μ., με στοές επικοινωνίας συνολικού μήκους 4.251 μ. Ο οπλισμός του την περίοδο εκείνη, αποτελείτο από 5 αντιαρματικά πυροβόλα των 37 χιλ., 2 ορειβατικά πυροβολεία και 3 πεδινά των 75 χιλ. σε ρόλο αντιαρματικής αμύνης, 3 πεδινά πυροβόλα των 75 χιλ. επί της οδού Κούλα-Σιδηροκάστρου, 2 αντιεροπορικά, 5 βαρείς όλμους των 81 χιλ., 85 πολυβόλα, 25 οπλοπολυβόλα και 53 βομβιδοβόλα. Οι υπερασπιστές του αποτελούσαν μία δύναμη 2 ταγμάτων από 1.397 στρατιώτες και 27 αξιωματικούς. Αυτή ήταν η δύναμη τόσο πυρός όσο και ανδρών, τη διοίκηση των οποίων είχε αναλάβει υπό τις διαταγές του ο τότε ταγματάρχης Γ. Δουράτσος.
Η στενωπός του Ρούπελ (Κλειδίου) παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Γερμανούς καθώς κάλυπτε το μόνο αξιοπρεπές οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο από την Βουλγαρία προς την Ελλάδα. Τυχόν παραβίαση της εν λόγω διάβασης άνοιγε το δρόμο προς την Θεσσαλονίκη και εκμηδένιζε την ελληνική ταξιαρχία Νέστου. Η αποστολή κατάληψης του Ρούπελ ανατέθηκε στο ανεξάρτητο 125ο σύνταγμα συνοριακού πεζικού που είχε προσκολληθεί στην 72α ΜΠ (Μεραρχία Πεζικού) μαζί με το 1ο τάγμα του 100ου συντάγματος Ορεινών Κυνηγών.

Το εν λόγω σύνταγμα πεζικού (125ο ΣΠ) συκγροτήθηκε στις 10/11/1938 από δύο τάγματα πεζικού με αποστολή τη φρούρηση οχυρώσεων της γραμμής «Ζίγκφριντ». Είχε έδρα το Saarbrücken στην 12η στρατολογική περιφέρεια. Το 1940 η μονάδα μετατράπηκε σε σύνταγμα μηχανοκίνητου πεζικού (Pantzergrenadier Regiment). Το 1941 απέκτησε και τρίτο τάγμα. Εκτός από τους τέσσερις λόχους γρεναδιέρων (μηχανοκινήτων πεζών) προστέθηκε σε κάθε τάγμα και πέμπτος λόχος σκαπανέων εφόδου (Sturmpionier) με ειδίκευση στα εκρηκτικά, τα φλογοβόλα και την εξάλειψη κωλυμάτων με σκοπό την εκπόρθηση οχυρών θέσεων. Προστέθηκε ακόμα μία πυροβολαρχία εφόδου εφοδιασμένη με 6 αυτοκινούμενα οβιδοβόλα των 75χιλ. πάνω σε σκάφος άρματος υποδείγματος ΙΙΙ. Η μονάδα ήταν πλήρως μηχανοκίνητη και ακόμη και τα όπλα υποστηρίξεως (όλμοι, βαρέα πολυβόλα κ.λ.π.) εφέροντο επί ημι-ερπυστριοφόρων οχημάτων.
Αποτέλεσμα εικόνας για οχυρο ρουπελ
Οχυρό στη γραμμή Μεταξά

Το σύνταγμα διοικούσε ο συνταγματάρχης Erich Petersen. Μέχρι της 5/4/1941 η μονάδα είχε συγκεντρωθεί στην Άνω Τζουμαγιά προσανατολισμένη προς την ελληνοβουλγαρική μεθόριο. Αν και οι Γερμανοί είχαν μελετήσει το χάρτη και τις οχυρώσεις  του Α΄ Π.Π. δεν είχαν πλήρη αντίληψη για τις βελτιώσεις και τροποποιήσεις που είχαν γίνει στο μεταξύ. 

Την 6/4/1941, και περί ώρα 05:15 πρωινή το 125ο σύνταγμα υποστηριζόμενο από βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως (STUKA) ανέτρεψε χωρίς δυσκολία τα ελληνικά τμήματα προκαλύψεως και έφτασε στη γέφυρα της Κούλας. Η γέφυρα καταστράφηκε από το ελληνικό πυροβολικό αλλά οι σκαπανείς του συντάγματος την επισκεύασαν και η προέλαση συνεχίστηκε. Όταν οι μοτοσυκλετιστές της μονάδας εισήλθαν στην περιοχή απαγόρευσης του συγκροτήματος Ουσίτα-Ρούπελ αποδεκατίστηκαν από τα πολυβόλα του Οχυρού. Οι γρεναδιέροι προχωρούσαν μέσα στα στρατιωτικά τους οχήματα αλλά αναγκάστηκαν να σταματήσουν στα αντιαρματικά κωλύματα και πολλά οχήματα καταστράφηκαν από τους όλμους και τα πυροβόλα του Ρούπελ. Οι Γερμανοί γλύτωσαν τα χειρότερα χάρη στη μεγάλη αφλογιστία των ελληνικών βλημάτων -3 στα 5 σύμφωνα με τον συνταγματάρχη Petersen- και αποσύρθηκαν κακήν κακώς. 

Ο Petersen τότε ζήτησε τη συνδρομή της Luftwaffe και του υπερβαρέως πυροβολικού του XVIII Σ.Σ. (Σώμα Στρατού) αλλά καθώς οι παρατηρητές του είχαν φονευθεί ή τραυματιστεί οι βολές ήσαν «τυφλές» και με περιορισμένα αποτελέσματα. Το βράδυ της 6ης Απριλίου  με νυκτερινή έφοδο στοιχεία του ΙΙ/125 τάγματος βρέθηκαν στα νώτα του Ρούπελ αλλά έμειναν χωρίς υποστήριξη επειδή η μονάδα τους αποδεκατίστηκε. Οι Γερμανοί οχυρώθηκαν στη θέση Γκολιάμα και την άλλη μέρα απέκρουσαν τις ελληνικές αντεπιθέσεις χάρη στη Luftwaffe.

Οι βομβαρδισμοί και οι επιθέσεις, με πάντως είδους όπλα, αυτοκινούμενου πυροβολικού, φλογοβόλων και αεροπλάνων συνεχίσθηκαν με μεγάλη σφοδρότητα και τις επόμενες ημέρες 7 και 8 Απριλίου, χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα για τους Γερμανούς. Το Οχυρό άντεξε, με ελάχιστες απώλειες προσωπικού, έως και την 9η Απριλίου, όπως και τα περισσότερα από τ’ άλλα οχυρά της Γραμμής Μεταξά, που είχαν μάλιστα προξενήσει σοβαρότατες απώλειες στον επιτιθέμενο εχθρό.
Στις 9 Απριλίου ο Petersen έριξε τα αποδεκατισμένα τμήματά του ξανά στη μάχη μαζί με τα αυτοκινούμενα πυροβόλα που ο ελληνικές πηγές αναφέρουν ως άρματα. Τα αντιαρματικά του Ρούπελ όμως, κατέστρεψαν τα πυροβόλα και η επίθεση ανακόπηκε. Παρά τις προσπάθειες των αντιαεροπορικών και αντιαρματικών στοιχείων του 125ου συντάγματος που έβαλαν κατά των φατνωμάτων, οι Έλληνες δεν κάμπτονταν και οι Γερμανοί είχαν ξανά  βαριές απώλειες. Εν τω μεταξύ οι γερμανικές δυνάμεις, αδυνατώντας να διασπάσουν την οχυρωματική μας γραμμή κατά μήκος των συνόρων προς τη Βουλγαρία, αναγκάστηκαν να παρακάμψουν αυτήν και μέσω Γιουγκοσλαβίας να κατέλθουν στην πεδιάδα του Αξιού και να καταλάβουν την Θεσσαλονίκη.
Έτσι όλη η Γραμμή Μεταξά μαζί με το οχυρό Ρούπελ απεκόπησαν από τον υπόλοιπο κορμό του Ελληνικού Κράτους και κάθε αγώνας πλέον στην περιοχή των Οχυρών, κατέστη μάταιος.

Κατόπιν τούτου, οι γερμανικές δυνάμεις, κατά τις 17:00 το απόγευμα γνωστοποίησαν  με κήρυκες στους υπερασπιστές του Οχυρού την νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε τους πληροφότησαν για την υπογραφή ανακωχής και πρότειναν στον διοικητή του να το παραδώσει. Τότε ο ηρωικός Διοικητής του Γ. Δουράτσος, μαζί με όλους τους συμπολεμιστές του απάντησε στο Γερμανό Διοικητή ότι τα οχυρά παραδίδονται μόνον όταν κυριευθώσιν παρά του αντιπάλου, δηλαδή με λίγα λόγια "Τα οχυρά δεν παραδίδονται, καταλαμβάνονται", ότι εστερείτο παρά των ιεραρχικώς προϊσταμένων του Αρχών τοιούτων διαταγών περί ανακωχής, ότι διαταγές λαμβάνει και εκτελεί μόνον όσες προέρχονται από τις προϊσταμένες του Αρχές και ότι "ο αγών θα συνεχιστεί, πάσα δε απόπειρα προσεγγίσεως του οχυρού θα συντριβεί". Κατά τις 23:30 ελήφθη διαταγή πρώτα τηλεφωνικώς και μετά εγγράφως του Διοικητή του ΤΣΑΜ (Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας) Αντιστρατήγου Μπακόπουλου προ όλα τ’ αντιστεκόμενα οχυρά περί καταπαύσεως πυρός και παραδόσεώς τους  στον εισβολέα, επειδή ο αγώνας τους πλέον ήταν άσκοπος, και δεν έπρεπε να χυθεί άλλο ελληνικό αίμα.
Αυτό λοιπόν έπραξε και ο ταγματάρχης Γ. Δουράτσος την 10/4/1941. Προηγουμένως ο Γερμανός διοικητής που θα παρελάμβανε το Οχυρό, ζήτησε από τον Έλληνα διοικητή, να τον ακολουθήσει και μαζί, να επιθεωρήσουν στρατιωτικό γερμανικό απόσπασμα, που παρουσίασε όπλα, προς τιμήν των ηρωικών υπερασπιστών του Οχυρού. Ο συνταγματάρχης είπε στον ταγματάρχη Δουράτσο ότι ως στρατιώτης αποδέχεται τη θυσία αλλά ως άνθρωπος θλίβεται για το αποδεκατισμένο σύνταγμά του. Οι Γερμανοί δεν κράτησαν Έλληνες στρατιώτες αιχμαλώτους. Μάλιστα η ελληνική σημαία αντικαταστάθηκε από την γερμανική, μόνον όταν και ο τελευταίος Έλληνας στρατιώτης εγκατέλειψε το περίφημο Οχυρό.
Οι απώλειες της φρουράς του ανήλθαν σε 44 νεκρούς και 152 τραυματίες. Το 125ο σύνταγμα, του οποίου οι απώλειες ανήλθαν συνολικά σε 400 νεκρους και τραυματίες, παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη και δεν πολέμησε άλλο. Οι επιζώντες γρεναδιέροι αποτέλεσαν τον πυρήνα του 125ου συντάγματος πεζικού και οι σκαπανείς με τους πυροβολητές στάλθηκαν ως ενισχύσεις στο «Αφρικανικό Σώμα»  του Ρόμελ.
Όσον αφορά τον ταγματάρχη Γ. Δουράτσο για τη στρατιωτική του δράση και τις υπηρεσίες που προσέφερε στην πατρίδα, του απονεμήθηκαν τα ακόλουθα παράσημα και διακρίσεις: μετάλλιο της νίκης ευρωπαϊκού πολέμου 1914-1918, Αριστείο Ανδρείας Επιχειρήσεων Μικράς Ασίας, Αριστείο Ανδρείας Επιχειρήσεων Οχυρών 1941, Αριστείο Ανδρείας Επιχειρήσεων Οχυρού Ρούπελ, μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας, μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων Οχυρού Ρούπελ, μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων Επιχειρήσεων 1941, Πολεμικός Σταυρός Γ΄ τάξεως, παράσημο Φοίνικα Γεωργίου του Β΄ και ο Χρυσούς Σταυρός του  Γεωργίου Α΄.  Αποστρατεύθηκε στις 10 Μαΐου 1950 με τον βαθμό του Υποστρατήγου.
Μετά την αποστράτευσή του και μέχρι του θανάτου του, έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, κοντά στην οικογένεια του αδελφού του Αντωνίου Δουράτσου, καθότι έμεινε ανύπανδρος.
Πέθανε στις 12/11/1981 σε ηλικία 87 ετών και ετάφη με στρατιωτικές τιμές στο κοιμητήριο του Καθολικού Ιερού Ναού του Αγίου Λουκά Ηρακλείου Αττικής. Tα οστά του φυλάσσονται στο Καθολικό κοιμητήριο του Ι.Ν. Αγίου Λουκά.
Με απόφαση της Δημοτικής Αρχής Ερμουπόλεως Σύρου κατασκευάστηκε και τοποθετήθηκε η προτομή του σε περίοπτη θέση σε κεντρική πλατεία της πόλης.
Ανάλογη προτομή με δαπάνη του «Πανελληνίου Συνδέσμου Πολεμιστών των Οχυρών Μακεδονίας και Θράκης», τοποθετήθηκε στην είσοδο του Μουσείου του Οχυρού Ρούπελ.


Η Μάχη στο Οχυρό Ρούπελ.



Αποτέλεσμα εικόνας για οχυρο ρουπελΑποτέλεσμα εικόνας για οχυρο ρουπελ
Αποτέλεσμα εικόνας για οχυρο ρουπελ