Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Μασκαράδες ήταν πάντα

Ο πολυβραβευμένος Γερμανός δημοσιογράφος Γκίντερ Βάλραφ, γνωστός στην Ελλάδα για την αντιδικτατορική του δράση, τη σύλληψή του στο Σύνταγμα και τον βασανισμό του από τη χούντα το 1974, συχνά μεταμφιεζόταν για να αποκαλύπτει μεγάλα σκάνδαλα στην αδιάφθορη, από τότε, Γερμανία. Με το ψευδώνυμο Χανς Έσερ στην εφημερίδα "Bild" αποκάλυψε τη συστηματική διαστρέβλωση της πληροφόρησης που πρόβαλε η εφημερίδα, η
οποία, ας μην ξεχνάμε, έμεινε στην ιστορία σαν η ηθικός αυτουργός της απόπειρας δολοφονίας του Ρούντι Ντούτσκε (συμβόλου του γερμανικού φοιτητικού κινήματος στα τέλη του '60).




Επίσης, σαν ανειδίκευτος (Τούρκος μετανάστης) εργάτης με το όνομα Αλί εργάστηκε στη βιομηχανία Thyssen, αποκαλύπτοντας την άγρια εκμετάλλευση των Τούρκων εργατών από τον γερμανικό κολοσσό, όπως και στα MacDonald’s και σε άλλες μεγάλες εταιρείες. Μεταμφιεζόταν, πλαστογραφούσε, αλυσοδενόταν κι έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο για να αποδεικνύει με αδιάσειστα στοιχεία την άγρια εκμετάλλευση και την καταπίεση των ανθρώπινων δικαιωμάτων που επέβαλε το κεφάλαιο και οι πολιτικοί εκφραστές του στους εργαζόμενους. Η Σουηδική Ακαδημία μάλιστα συμπεριέλαβε στον κατάλογο λέξεων το ρήμα “Wallraffa” (βαλράφα, από το όνομά του Wallraff) για το δημοσιογραφικό στιλ του Γκίντερ Βάλραφ. Αρκετοί οργανισμοί και πανεπιστήμια τον τίμησαν για την προσφορά του.

Με βάση τα παραπάνω και δράττοντας την ευκαιρία από τα κατορθώματα των δύο δαιμόνιων δικών μας δημοσιογράφων στη Νέα Υόρκη, μου ήρθε η ιδέα να προτείνω στην ΕΣΗΕΑ να θεσπίσει το βραβείο “Baruffa” για Έλληνες δημοσιογράφους του πολιτικού ρεπορτάζ - η λέξη “μπαρούφα” είναι καταχωρημένη έτσι κι αλλιώς στο λεξιλόγιό μας. Η αλήθεια είναι ότι η ιδέα στροβιλιζόταν στο μυαλό μου τα τελευταία χρόνια καθώς παρακολουθούσα διάφορες εκπομπές στα τηλεοπτικά κανάλια, αλλά με όλη αυτή την ιστορία των τηλεοπτικών αδειών και κυρίως με τους δύο μασκαράδες στη Νέα Υόρκη ωρίμασε πια για τα καλά. Έπαιζα και με την ιδέα, είναι αλήθεια, να ονομαστεί βραβείο "Malaffa", που είναι ηχητικά πιο κοντά στο προσωνύμιο κάποιων Ελλήνων “δημοσιογράφων”, αλλά κατέληξα στο "Baruffa" γιατί το βραβείο θα αφορά δημοσιογράφους του πολιτικού ρεπορτάζ. Αυτούς δηλαδή που μας πληροφορούν για τις πολιτικές εξελίξεις ακολουθώντας έναν δημοσιογραφικό κώδικα δεοντολογίας, έναν κώδικα που υπηρετεί το δικαίωμα που έχουν οι πολίτες στην πληροφόρηση και που συγχρόνως υποχρεώνει τον δημοσιογράφο να μεταδίδει την αλήθεια. Κάτι δηλαδή σαν τη “Συμφωνία Αλήθειας” του Κυριάκου Μητσοτάκη. Δυσνόητο; Να το εξηγήσω τότε.

http://www.avgi.gr/documents/10179/7464350/harlekin.jpg
Juan Gris/Άρλεκίνος με κιθάρα/1917


Ο Γκίντερ Βάλραφ, ουσιαστικά βραβεύτηκε για τις υπηρεσίες του ως δημοσιογράφος στην υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων των εργαζομένων, των δικαιωμάτων των μεταναστών, στην υπεράσπιση της Δημοκρατίας προς όφελος των πολλών και όχι για τις υπηρεσίες του στα συμφέροντα των λίγων. Βασανίστηκε από τη δικιά μας χούντα, κυνηγήθηκε από τον Σπρίγκερ, τον μεγαλοεκδότη της "Bild" και των μισών γερμανικών φυλλάδων και από το φιλανθρωπικό ίδρυμα του Krupp (ναι, του γνωστού πάμπλουτου φιλοναζί), μεγαλομέτοχου της Thyssen, επειδή ξεσκέπαζε τις βρομιές τους στα μάτια του κόσμου.

Για λόγους ισορροπίας λοιπόν, θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει και μια επιβράβευση της δημοσιογραφίας που υπηρετεί την άλλη μεριά. Προτείνω, για προφανείς λόγους, να δίνεται κάθε χρόνο τις Απόκριες, και συγκεκριμένα την Καθαρά Δευτέρα [γιατί είν' τα χέρια (τους) καθαρά, που λέει και το τραγούδι], το βραβείο "Baruffa" στον πιο ορκισμένο υποστηρικτή της διαπλοκής δημοσιογράφο πολιτικού ρεπορτάζ. Στην κριτική επιτροπή προτείνω να συμμετέχουν οι εργοδότες τους και ελπίζω να μη λησμονήσουν τον πρωθιερέα του καναλιού που έπαιρνε δάνεια με αέρα για τη θέση του προέδρου της επιτροπής. Τιμής ένεκεν τέλος, να συμμετέχουν ισοβίως στην επιτροπή οι δύο συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι, αφού βεβαίως παραλάβουν πρώτοι αυτοί το βραβείο "Baruffa". Με ή χωρίς περούκα, με ή χωρίς τζόκεϊ και γυαλιά ηλίου, μια και δεν επηρεάζει και σε τίποτα η μεταμφίεσή τους τα όσα ακούμε και βλέπουμε στα ρεπορτάζ τους. Όχι ότι είναι οι μόνοι. Δυστυχώς για μας, κάτι τέτοιοι δεν είναι και λίγοι τα τελευταία χρόνια. Άνεργοι πάντως ως δημοσιογράφοι δεν θα μείνουν. Ούτε ως μασκαράδες. Μασκαράδες ήταν πάντα.

* Ο Κώστας Βρατσάλης διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Η ΑΥΓΗ
21/9/2016