Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Εντεκα χρόνια χωρίς τον Κώστα Κάππο

Ξεχρέωσε, ή ακόμα έχουμε να λαβαίνουμε απ’ αυτόν; Έντεκα χρόνια μετά το θάνατό του, προσπαθώ να καταλάβω τι είναι εκείνο που κάνει τον Κώστα Κάππο μια τόσο ιδιαίτερη μορφή του κομμουνιστικού μας κινήματος. Είναι βέβαια οι υπερθετικοί. Αφοσιωμένος σε υπερθετικό βαθμό. Ανιδιοτελής σε υπερθετικό βαθμό. Ευθύς σε υπερθετικό, κάποτε και σε ενοχλητικό, βαθμό. Άτεγκτος σε ζητήματα αρχών και ήθους, σε υπερθετικό βαθμό.
Κομμουνιστής σε υπερθετικό βαθμό –κάποτε και σε σύγκρουση με το κόμμα του.

Είναι, ύστερα, η Απόδειξη για το πόσο βαθιά πίστευε όσα πίστευε και εννοούσε όσα έλεγε: Το ίδιο του το σακατεμένο από τα βασανιστήρια σώμα, το σημαδεμένο από τους βασανιστές πρόσωπο, οι αδιόρατες κηλίδες που άφησε η οδύνη στα μάτια του. Και όλα τα άντεξε ο μπαγάσας, αυτός, ένας λογιστής, απόφοιτος ανώτατης οικονομικής σχολής, μαρξιστής με γυαλάκια και ευάλωτη κοψιά –καμιά σχέση με τους ευσταλείς και γυμνασμένους φασίστες βασανιστές του.
Είναι μετά, το γεγονός ότι σε πείσμα των προδιαγραφών, δεν έγινε ποτέ του άνθρωπος από σίδερο. Ούτε έδειχνε άνθρωπος από σίδερο. Έμεινε σκέτος άνθρωπος. Τα χρόνια που όλοι τον θεωρούσαμε μέτρο κομμουνιστικής αρετής και συνέπειας –βασανιστικό μέτρο, κανείς μας δεν μπόρεσε τότε και μετά να το πλησιάσει- αυτός διέθετε ένα αδιόρατο χαμόγελο ειρωνείας για τη «γραμμή», για μας, για τους αρχηγούς μας, για τον ίδιο. Δεν έγινε εν ολίγοις ποτέ μνημείο του εαυτού του.

Κάτι παραπάνω. Δεν άφησε ποτέ να εγκατασταθούν στο μυαλό του μαυσωλεία της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Έψαχνε, έγραφε, αναθεωρούσε αιώνιες αλήθειες και μνημειώδεις κατασκευές αφιερωμένες στον Μαρξ, στον Λένιν, στον Υπαρκτό. Πίστευε εν ολίγοις, αλλά και ερευνούσε. Ήξερε να αμφιβάλλει όταν η αμφιβολία ήταν ολίσθημα και επέσυρε ποινές. Δεν θεωρούσε τη σιωπή χρυσό –μιλούσε, σχολίαζε, αμφισβητούσε αξιωματούχους και αξιωματικές παραδοχές.
Τέλος. Αυτό που σφραγίζει τη μοναδικότητα του Κώστα ήταν ότι θεωρούσε τη γνώμη, την άλλη άποψη, τη διαφωνία, οξυγόνο για το κόμμα. Κι αυτό όχι με μουρμούρες στους διαδρόμους του Περισσού, αλλά με περίσσευμα θάρρους, ξεπερνώντας τα κομματικά ταμπού και το κομματικό τελετουργικό –να λες τη γνώμη σου, αρκεί να βοηθάει. Κι έτσι έπρεπε να αντέξει στο τέλος την έσχατη δοκιμασία –ο άγιος του κομμουνισμού να αποβληθεί από τις τάξεις της κομματικής εκκλησίας.
Μια ατέλειωτη πληρωμή χρεών ήταν όλη η ζωή του. Στο κόμμα, στους γύρω του, στην υπόθεση του κομμουνισμού, στην επανάσταση. Αναρωτιέμαι τώρα, και φαντάζομαι ότι δεν είμαι ο μόνος: Ξεχρέωσε, ή ακόμα έχουμε να λαβαίνουμε απ’ αυτόν;