Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Ο Προφήτης Ηλίας, ο ομηρικός Οδυσσέας και το κουπί

Ο μύθος του προφήτη Ηλία

Στις κορυφές των βουνών, όπου βρίσκονται τα εκκλησάκια του, ο προφήτης Ηλίας αντικατέστησε το Δία των αρχαίων μας προγόνων. Το Δία το νεφεληγερέτη, τον κύριο του ήλιου, αλλά και της αστραπής, της βροντής και των ανέμων, δηλαδή, το ρυθμιστή των καιρικών συνθηκών. Μ' αυτή του την ιδιότητα ο Δίας λατρευόταν στην αρχαία Ελλάδα την ίδια εποχή που γιορτάζεται και ο προφήτης Ηλίας, δηλαδή τις πρώτες μέρες του τελευταίου δεκαήμερου του Ιούλη, κατά τα λεγόμενα κυνικά καύματα. Η ιδιότητα του προφήτη
Ηλία ως ρυθμιστή των καιρικών συνθηκών, ιδιότητα που την κληρονόμησε από το νεφεληγερέτη Δία, γίνεται φανερή, ανάμεσα σε άλλα, και από τις μετεωρολογικές παρατηρήσεις που γίνονται τη μέρα της γιορτής του.

Σύμφωνα με την παράδοση, ο Αϊ-Λιας ήταν ναύτης που η θάλασσα προσπάθησε πολλές φορές να τον πνίξει. Βαρέθηκε τα ταξίδια και αποφάσισε να βρει ένα μέρος που να μην ξέρουν τι είναι θάλασσα και τι καράβι. Πήρε ένα κουπί στον ώμο και τράβηξε για τη στεριά και όποιον συναντούσε τον ρωτούσε τι είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του. Κι όσο του απαντούσαν «κουπί», τραβούσε ψηλότερα. Προχώρησε, προχώρησε και κάποια στιγμή συνάντησε έναν τσοπάνη και τον ρώτησε τι ήταν αυτό που βαστούσε. Ο τσοπάνης το κοίταξε καλά καλά και ύστερα του είπε «ξύλο είναι». Ο Αϊ - Λιας γέλασε ικανοποιημένος και έμεινε από τότε κοντά στους ανθρώπους των βουνών. «Στένει ολόρθο το κουπί, χτίζει μια καλύβα και αποφασίζει να μείνει εκεί όλη του τη ζωή. Για τούτο τον Αγιο Ηλία τον βάνουν πάντα στα ψηλώματα» (Ανδρ. Καρκαβίτσας).

Ο μύθος αυτός έχει τις ρίζες του σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια της Οδύσσειας, Ραψωδία λ. Οταν ο Οδυσσέας, κατά τη συμβουλή της Κίρκης, αποφασίζει και κατεβαίνει στον Αδη για να συναντήσει την ψυχή του Τειρεσία και να μάθει τι να κάνει για να γλιτώσει από τα βάσανα και το άγριο κυνηγητό του Θεού της θάλασσας, ο Τειρεσίας τού αποκρίνεται ότι σαν έρθει κάποτε στην Ιθάκη και τελειώσει με το φόνο των μνηστήρων, να μη νομίσει ότι όλα τέλειωσαν τότε. Οφείλει να πετύχει την εξιλέωση από τον Ποσειδώνα με τον εξής τρόπο: Θα πάρει στον ώμο του ένα κουπί, το σύμβολο της ναυτικής ζωής στο βασίλειο του εξοργισμένου θεού, και θα προχωρήσει όλο και πιο πολύ προς τα μεσόγεια. Κάποτε θα φτάσει σε μέρος που οι κάτοικοί του δε θα ξέρουν τι είναι η θάλασσα, δε θα τρώνε τροφές αλατισμένες και δε θα ξέρουν τι είναι καράβι ή τι κουπί. Θα αποδείξει ότι έφτασε σε έναν τέτοιο τόπο όταν θα συναντηθεί με κάποιο στρατοκόπο και θα του απαντήσει ότι αυτό που κρατά στον ώμο του είναι «αθηρηλοιγός», δηλαδή πλατύ ξύλινο φτυάρι με το οποίο λικνίζουν τα αλωνισμένα στάχυα. Φτάνοντας εκεί συνεχίζει ο Τειρεσίας, ο Οδυσσέας οφείλει να μπήξει όρθιο στη γη το κουπί και να θυσιάσει στον Ποσειδώνα. Σύμφωνα με τους μελετητές του Ομήρου, ο τόπος αυτός είναι η Ηπειρος.

Ο Γεώργιος Μέγας στο έργο του "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", γράφει:


"Η παράδοση αυτή δεν είναι δημιούργημα του σημερινού λαού' όλα της τα στοιχεία τα βρίσκουμε στον αρχαίο μύθο, το σχετικό με τον εξιλασμό του Οδυσσέα. Όπως είναι γνωστό, στη Νέκυια της Οδύσσειας (λ121 κ.ε.) ο ήρωας, αφού σκοτώσει τους μνηστήρες, παρακινείται απ'τον Τειρεσία να πάρει ένα κουπί και να πάει σε τόπο, όπου οι άνθρωποι δε γνωρίζουν τι είναι θάλασσα, πλοίο και κουπί' θα καταλάβει πότε πρέπει να σταματήσει, όταν συναντήσει έναν οδοιπόρο που θα του πει, πως το κουπί είναι φτυάρι. Τότε να μπήξει το κουπί στη γη και να θυσιάσει στον Ποσειδώνα. Προφανώς διασκευή του αρχαίου μύθου είναι η νεοελληνική παράδοση που θέλει να εξηγήσει διατί τον άι-Λια τον βάνουν πάντα στα ψηλώματα.
Αλλά όπως απέδειξε ήδη ο Ν.Γ.Πολίτης (Λαογραφικά Σύμμεικτα Β'147) η λατρεία του αγίου πάνω στις κορυφές των βουνών είναι υπόλειμμα της αρχαίας θρησκείας, καθώς ο άγιος Ηλίας συνταυτίστηκε με τον ήλιο. Ο χριστιανικός δηλαδή άγιος Ηλίας μπορεί λόγω των ιδιοτήτων που του αποδίνονται, να θεωρείται αντικαταστάτης του κεραύνιου και νεφεληγερέτη Δία, αλλά συνδέεται και με τον Ήλιο, με τον οποίο ταυτίζεται κατά το όνομα, αλλά έχει κι άλλες πολλές ομοιότητες. Άλλωστε και στην αρχαιότητα ο Ήλιος ταυτιζόταν με το Δία, που ως θεός των μετεωρολογικών φαινομένων λατρευόταν πάνω στις βουνοκορφές. Επειδή λοιπόν κι ο ήλιος όταν ανατέλλει, φαίνεται να ανεβαίνει λαμπρός απ'τις κορυφές που φωτίζει πρώτες με τις ακτίνες του, αλλά και ο "όμβριος και ερίγδουπος" θεός που σηκώνει την κακοκαιρία στη διάρκεια των καταιγίδων, φαίνεται να έχει την έδρα του πάνω στις βουνοκορφές, αυτές ήταν οι πιο κατάλληλες και για τη λατρεία του αγίου Ηλία, με την οποία η εκχριστιανισμένοι Έλληνες αντικατέστησαν τη λατρεία του θεού Ηλίου.''


Προφήτης Ηλίας. Η πυρφόρος ανάβασις

 Ο Προφήτης Ηλίας της Ελληνικής λαογραφίας και της Εβραϊκής Βίβλου 

 Ο Προφήτης Ηλίας της Ελληνικής λαογραφίας και ο Προφήτης Ηλίας της Εβραϊκής Βίβλου ελάχιστη σχέση έχουν μεταξύ τους όπως τονίζουν δύο σημαντικοί λαογράφοι: ο Νικόλαος Πολίτης ("Ο Ήλιος κατά τους Δημώδεις Μύθους") και ο Κώστας Ρωμαίος ("Το Αθάνατο Νερό").

Η λαοογραφία μας διηγείται: "Ο Αϊ-Λιάς ήτανε ναύτης και επειδή έπαθε πολλά στη θάλασσα και πολλές φορές κόντεψε να πνιγή, βαρέθηκε τα ταξίδια και αποφάσισε να πάη σε μέρος που να μην ξέρουν τι είναι θάλασσα και τι είναι καράβια. Βάνει λοιπόν στον ώμο του το κουπί του και βγαίνει στη στεριά, και όποιον απαντούσε τον ρωτούσε τι είναι αυτό που βαστάει. Όσο του έλεγαν "κουπί" τραβούσε ψηλότερα ώσπου έφθασε στην κορυφή του βουνού. Ρωτάει τους ανθρώπους που βρήκε εκεί, τι είναι αυτό που κρατούσε, και του λένε "ξύλο". Κατάλαβε λοιπόν ότι αυτοί δεν είχαν δεί ποτέ τους κουπί, και έμεινε μαζί τους εκεί στα ψηλά".

Στην Οδύσσεια, ο Όμηρος μας διηγείται πως ο Οδυσσέας κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο για να συναντήση την ψυχή του μάντη Τειρεσία (που είχε από την Αθηνά το χάρισμα να προλέγη και μετά θάνατον) και να τον ρωτήση τι πρέπει να κάνη για να εξιλεωθή από τον Ποσειδώνα και να συμφιλιωθή μαζί του. Εκείνος τότε του απήντησε πως όταν φθάση στην Ιθάκη και σκοτώσει τους μνηστήρες μη νομίσει πως όλα τελείωσαν: "Πάρε ένα καλοτράβηχτο κουπί και φύγε τότε όσο να φθάσης σε λαούς που θάλασσα δεν ξέρουν και τρώνε ανάλατο φαϊ και μήτε από καράβια κατέχουν κοκκινόπλωρα μήτε κουπιά γνωρίζουν πούνε φτερά των καραβιών. Και θα σου πω να ξέρης ένα σημάδι αλάθευτο, που δεν θα κάνης λάθος. Όταν στον δρόμο εκεί που πας διαβάτης σ' απαντήσει και λιχνιστήρι αυτό σου πεί στον ώμο που σηκώνεις, τότε το καλοτράβηχτο κουπί στη γη να μπήξης κι εκεί να σφάξης όμορφα σφαχτά στον Ποσειδώνα κριάρι, ταύρο και καπρί, των χοίρων ελατάρη, και στην πατρίδα γύρισε κι αρχοντικές θυσίες να κάμης σ' όλους τους θεούς που κατοικούν στα ουράνια. Κι αλάργα εκεί από θάλασσες ο θάνατός σου θάρθη σε αρχοντικά γεράματα στο σπίτι σου να σ' έβρει και γύρω σου καλότυχο θα βλέπεις τον λαό σου." Οδύσσεια λ 121-137.

Ο περιηγητής Παυσανίας, ο λεξικογράφος Στέφανος Βυζάντιος και ο Ιωάννης Τζέτζης αναφέρουν ότι η Ήπειρος ήταν ο μυθικός εκείνος τόπος οπου πήγε ο Οδυσσέας. Μία άλλη όμως τοπική παράδοση στην Αρκαδία τοποθετούσε την ίδια ιστορία στα Αρκαδικά βουνά. Στα 1889 ο νοομισματολόγος Ι. Σβορώνος ερμήνευσε σωστά μερικά νομίσματα της αρχαίας Μαντινείας που απεικόνιζαν έναν άνδρα που κρατούσε στον ώμο του ένα κουπί ή σε άλλο τύπο νομισμάτων το είχε στηρίξη όρθιο στη γη. Το 1916 ο ακαδημαϊκός Κ. Α. Ρωμαίος έκανε ανασκαφές στο όρος Παλλάντιον, κοντά στην αρχαία Ασέα (στον δρόμο Τρίπολης-Καλαμάτας). Εκεί ανεκάλυψε έναν σημαντικό αρχαϊκό ναό δωρικού τύπου, αφιερωμένο στον Ποσειδώνα.

Ένα σημείο που πρέπει να προσέξουμε στις διηγήσεις αυτές αφορά την όρθια τοποθέτηση του κουπιού. Ο Ησίοδος αναφέρει το αρχαίο γεωργικό έθιμο, σύμφωνα με το οποίο μόλις τελείωναν την αλωνιστική εργασία τους οι γεωργοί, κάρφωναν στη μέση του σωρού του σιταριού το ξύλινο φτυάρι που χρησιμοποιούσαν για το λίχνισμα του καρπού. Το ίδιο έθιμο συνηθίζεται και σήμερα από τοους γεωργούς επειδή θεωρείται ότι έχει προφυλακτική δύναμη. Εκτός των άλλων όμως σχετίζεται με όλες τις τεχνητές προεξοχές από την επιφάνεια της γης: τους οβελίσκους, τα ζιγκουράτ, τα καμπαναριά, τους μιναρέδες που όλα τους αποτελούν ηλιακά σύμβολα. Όλες αυτές οι λαογραφικές διηγήσεις περί του "ναυτικού" Προφήτη Ηλία, προσπαθούν να δικαιολογήσουν ικανοποιητικά την λατρεία που του αποδίδεται στις κορυφές των βουνών είναι όμως πασιφανές ότι πρόκειται για την συγκάλυψη της Ηλιακής λατρείας.
Η Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς στο λήμμα "Ηλίας" αναφέρει τον λαμπρό εορτασμό της μνήμης του Αγίου με το άναμμα λατρευτικών πυρών στο ξωκλήσι του στην κορυφή του Ταϋγέτου. Στα Λακωνικά του Παυσανία (20,4) διαβάζουμε: "Η κορυφή του Ταϋγέτου Ταλετόν είναι ιερόν του Ηλίου και θυσιάζουν εκεί για τον Ήλιο μεταξύ των άλλων και άλογα".

Η ημέρα της γιορτής του Αγίου είναι χαρακτηριστική: 20 Ιουλίου,  ακριβώς κατά την επιτολή του αστερισμού του Κυνός και κατά την ημέρα της λατρείας του Ικμαίου Διός στην Κέα. Η ημέρα αυτή σηματοδοτεί την έναρξη της πνοής των ετησίων ανέμων και για τους αρχαίους Αιγυπτίους την έναρξη ανύψωσης των υδάτων του Νείλου αλλά και του ιερού τους έτους.
Λόγω των μετεωρολογικών ιδιοτήτων που αποδίδονται στον Ποφήτη Ηλία, η ημέρα της γιορτής του θεωρείται από τους αγρότες κατάλληλη για ανάλογες παρατηρήσεις και προβλέψεις, τα γνωστά "μερομήνια".
Σχετικές δοξασίες υπήρχαν και σε άλλους λαούς^ οι Καυκάσιοι θεωρούσαν τον Προφήτη Ηλία σαν θεό των καταιγίδων. Οι Μωαμεθανοί Κιρκάσιοι της Κασπίας τον επικαλούντο για να διώχνουν μακριά τις θύελλες και σύμφωνα με παραδόσεις κοινές στους Σέρβους και τους Βουλγάρους, οι Άγιοι κάποτε μοίραζαν τις αρμοδιότητες που θα είχαν πάνω στη γη και στον Άϊ-Λιά έτυχαν η αστραπή με τον κεραυνό και τα σύννεφα με τις βροντές.
Στο Ο (187-192) της Ιλιάδας μιλά ο Ποσειδών: "Τρεις γεννηθήκαμε υιοί, του Κρόνου και της Ρέας, ο Ζεύς, εγώ κι ο βασιλεύς των πεθαμένων Άδης. Και απ' όλα τρία κάναμε ισόμοιρα βασίλεια. Να 'χω τη λευκή θάλασσα πέφτει ο λαχνός σ' εμένα, στον Άδη το ανήλιο σκοτάδι και στον Δία ο πλατύς έλαχε ουρανός στα νέφη στον αιθέρα...".
Απ' όλα τα παραπάνω γίνεται ολοφάνερη η ταύτιση του Προφήτη Ηλία με τον Θεό Ήλιο, ακόμη και με την ηχητική σχέση των ονομάτων τους (Ηλίας-Ήλιος). Άλλοτε συγχέεται με τον Οδυσσέα, (έναν ηλιακό ήρωα που κατά την επιστροφή του στην Ιθάκη κάνει 12 σταθμούς, βγαίνει από την σπηλιά του Κύκλωπα κρεμασμένος κάτω από την κοιλιά του ηλιακού Κριού και περνά από την Θρινακία, το νησί του Ήλιου) και τέλος εξομοιώνεται με τον Δία...

Η ετυμολογία του ονόματος

Το όνομα Ηλίας είναι η μετάφραση του εβραϊκού Eliyahy (= Θεός μου είναι ο Γιαχβέ) προερχόμενο από την Παλαιά Διαθήκη. Με τον εκχριστιανισμό των Ελλήνων ο λαός «βάπτισε» τον Εβραίο προφήτη Ηλία στους δικούς του θρύλους και παραδόσεις και έτσι διαδόθηκε ευρύτατα το όνομα Ηλίας (Το μόνο από τα ονόματα της ΠΔ που έχει τόσο πλατιά διάδοση. Αντιπροσωπεύει το 1,35% των ανδρικών ονομάτων, όταν ο Πέτρος και ο Παύλος που θεωρούνται οι στυλοβάτες του χριστιανισμού αντιπροσωπεύουν το 1% και 0,5% αντίστοιχα).

Ο προφήτης Ηλίας έζησε τον 9 π.Χ. αιώνα. Ο βίος και τα έργα του προσδίδουν χαρακτήρα Εβραίου εθνικού ήρωα, υπεραμυνόμενου του θεού του Ισραήλ. Εζησε σε μια περίοδο που εξαιτίας της ανάπτυξης της γεωργίας και του εμπορίου αλλάζουν οι παραγωγικές συνθήκες στην περιοχή. Αυτό προκαλεί την αντίδραση των λαϊκών στρωμάτων που δε δέχονταν τους πολιτικούς και κοινωνικούς νεωτερισμούς και ήθελαν να κρατήσουν τις προηγούμενες μορφές κοινωνικού βίου και ιδίως την κοινοκτημοσύνη. Τηρούσαν πιστά τις θρησκευτικές τους παραδόσεις, ενώ οι πλούσιοι νεωτέριζαν σε όλα και άρχισαν να λατρεύουν εισαγόμενους θεούς. Από τη μια μεριά, η άρχουσα τάξη που νεωτέριζε και όσο περνούσε ο καιρός τόσο το έριχνε στην καλοπέραση και στην εκμετάλλευση και από την άλλη ο πολύς λαός που δυστυχούσε. Η άρχουσα τάξη στην αμάχη είχε προστάτη το επίσημο κράτος, ενώ ο λαός ήταν ακέφαλος. Μέσα από τη σύγκρουση αυτή βγήκαν και οι πνευματικοί ηγέτες του λαού. Αυτοί ήταν οι προφήτες. Ενας από αυτούς ήταν ο προφήτης Ηλίας. Το σύνθημά του ήταν «διωγμός κάθε ξένης θρησκείας και επαναφορά της λατρείας του Γιαχβέ». Η διδασκαλία του έκρυβε και την αντίδραση σε κάθε νεωτερισμό (πάντα οι θρησκευτικές συγκρούσεις κρύβουν την ταξική σύγκρουση).
Σύμφωνα με το συναξάρι του ζούσε σε μια σπηλιά στην κορυφή του βουνού, άνοιγε και έκλεινε τους ουρανούς, διέσχιζε στα δύο τον Ιορδάνη, είχε τη δύναμη να κατεβάζει φωτιά από τον ουρανό και να σκοτώνει τους εχθρούς, να προκαλεί βροχή και, τέλος, ανελήφθη στους ουρανούς μέσα σε πύρινο άρμα.

 http://49lyk-athin.att.sch.gr/HLIOS_MYUOLOIA_files/image002.jpg


Δίας - Ηλιος - Ηλίας

Η συνήχηση Ηλιος - Ηλίας υπήρξε η γέφυρα εννοιών μεταξύ αρχαιότητας και χριστιανισμού. Ο Ηλιος με τη θεϊκή ιδιότητα στην αρχαιότητα ταυτιζόταν με το Δία, θεό, εκτός των άλλων, των μετεωρολογικών φαινομένων και γι' αυτό προσαγορεύεται νεφεληγερέτης, Υέτιος και Κεραύνιος. Ο προφήτης Ηλίας αντικατέστησε το Δία των αρχαίων μας προγόνων και τους ναούς του Ηλίου στις κορυφές των βουνών, όπου βρίσκονται τα εκκλησάκια του. Το Δία το νεφοκράτη, τον κύριο του ήλιου, αλλά και της αστραπής, της βροντής και των ανέμων, δηλαδή, το ρυθμιστή των καιρικών συνθηκών. Μ' αυτή του την ιδιότητα ο Δίας λατρευόταν στην αρχαία Ελλάδα την ίδια εποχή που γιορτάζεται και ο προφήτης Ηλίας, δηλαδή τις πρώτες μέρες του τελευταίου δεκαήμερου του Ιούλη, κατά τα λεγόμενα κυνικά καύματα. Η ιδιότητα του προφήτη Ηλία ως ρυθμιστή των καιρικών συνθηκών, ιδιότητα που την κληρονόμησε από το νεφεληγερέτη Δία, γίνεται φανερή, ανάμεσα σε άλλα, και από τις μετεωρολογικές παρατηρήσεις που γίνονται τη μέρα της γιορτής του.

Ο Αϊ-Λιάς συνδέθηκε και με τα βάσανα των θαλασσινών. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Αϊ-Λιάς ήταν ναύτης που η θάλασσα προσπάθησε πολλές φορές να τον πνίξει. Βαρέθηκε τα ταξίδια και αποφάσισε να βρει ένα μέρος που να μην ξέρουν τι είναι θάλασσα και τι καράβι. Πήρε ένα κουπί στον ώμο και τράβηξε για τη στεριά και όποιον συναντούσε τον ρωτούσε τι είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του. Κι όσο του απαντούσαν «κουπί», τραβούσε ψηλότερα. Προχώρησε, προχώρησε και κάποια στιγμή συνάντησε έναν τσοπάνη και τον ρώτησε τι ήταν αυτό που βαστούσε. Ο τσοπάνης το κοίταξε καλά καλά και ύστερα του είπε «ξύλο είναι». Ο Αϊ-Λιάς γέλασε ικανοποιημένος και έμεινε από τότε κοντά στους ανθρώπους των βουνών. «Στένει ολόρθο το κουπί, χτίζει μια καλύβα και αποφασίζει να μείνει εκεί όλη του τη ζωή. Για τούτο τον Αγιο Ηλία τον βάνουν πάντα στα ψηλώματα» (Ανδρ. Καρκαβίτσας).


Ο Οδυσσέας συναντά τον Τειρεσία και τη μητέρα του

Ο Οδυσσέας, ο οποίος έχει φτάσει στα νησιά των Φαιάκων, συνεχίζει, στο παλάτι του Αλκίνοου, την εξιστόρηση των περιπλανήσεών του στα δέκα χρόνια που έχουν περάσει από την άλωση της Τροίας. Η προηγούμενη ραψωδία έκλεισε με την περιπέτειά του στο νησί της Κίρκης. Εκεί, την ώρα που ο Οδυσσέας άκουγε την ίδια την Κίρκη να του λέει ότι αυτός και οισύντροφοί του μπορούν να εγκαταλείψουν το νησί της, την ίδια ώρα μάθαινε -πάλι από την Κίρκη- ότι ο δρόμος της επιστροφής στην Ιθάκη περνάει υποχρεωτικά από τον κόσμο των νεκρών, όπου ο ήρωας θα συναντήσει τον μάντη Τειρεσία και θα του ζητήσει να τον συμβουλέψει. Η κάθοδος στον Άδη συνιστά ένα από τα σημαντικότερα επεισόδια της Οδύσσειας, στην εξιστόρηση του οποίου αφιερώνεται μια ολόκληρη ραψωδία, που οι Αλεξανδρινοί της έδωσαν εύστοχα τον τίτλο Νέκυια. Ο ήρωας, αφήνοντας να τον οδηγήσει ο άνεμος, όπως του είχε υποδείξει η Κίρκη, και ακολουθώντας με τελετουργική αυστηρότητα και τις άλλες υποδείξεις της (σπονδές, τάματα, θυσίες), πέρασε το όριο της ζωής και του θανάτου και βρέθηκε στον χώρο των νεκρών. Εκεί συναντάει αρχικά τις ψυχές του Ελπήνορα, του Τειρεσία και της μητέρας του της Αντίκλειας, έπειτα 14 γυνακείες ηρωικές μορφές, έπειτα τρεις ήρωες του Τρωικού πολέμου (τον Αγαμέμνονα, τον Αχιλλέα και τον Αίαντα) και, τέλος, έξι ήρωες του απώτερου παρελθόντος με έσχατο τον Ηρακλή.


Οδύσσεια 

Ραψωδία λ Νέκυια*

ἦλθε δ' ἐπὶ ψυχὴ Θηβαίου Τειρεσίαο, λ 90
χρύσεον σκῆπτρον ἔχων, ἐμὲ δ' ἔγνω καὶ προσέειπε·
«διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν' Ὀδυσσεῦ,
τίπτ' αὖτ', ὦ δύστηνε, λιπὼν φάος ἠελίοιο
ἤλυθες, ὄφρα ἴδῃ νέκυας καὶ ἀτερπέα χῶρον;
ἀλλ' ἀποχάζεο βόθρου, ἄπισχε δὲ φάσγανον ὀξύ,
αἵματος ὄφρα πίω καί τοι νημερτέα εἴπω.»
ὣς φάτ', ἐγὼ δ' ἀναχασσάμενος ξίφος ἀργυρόηλον
κουλεῷ ἐγκατέπηξ'. ὁ δ' ἐπεὶ πίεν αἷμα κελαινόν,
καὶ τότε δή μ' ἐπέεσσι προσηύδα μάντις ἀμύμων·
«νόστον δίζηαι μελιηδέα, φαίδιμ' Ὀδυσσεῦ· λ 100
τὸν δέ τοι ἀργαλέον θήσει θεός. οὐ γὰρ ὀΐω
λήσειν ἐννοσίγαιον, ὅ τοι κότον ἔνθετο θυμῷ,
χωόμενος ὅτι οἱ υἱὸν φίλον ἐξαλάωσας.
ἀλλ' ἔτι μέν κε καὶ ὧς, κακά περ πάσχοντες, ἵκοισθε,
αἴ κ' ἐθέλῃς σὸν θυμὸν ἐρυκακέειν καὶ ἑταίρων,
ὁππότε κεν πρῶτον πελάσῃς εὐεργέα νῆα
Θρινακίῃ νήσῳ, προφυγὼν ἰοειδέα πόντον,
βοσκομένας δ' εὕρητε βόας καὶ ἴφια μῆλα
Ἠελίου, ὃς πάντ' ἐφορᾷ καὶ πάντ' ἐπακούει.
τὰς εἰ μέν κ' ἀσινέας ἐάᾳς νόστου τε μέδηαι, λ 110
καί κεν ἔτ' εἰς Ἰθάκην, κακά περ πάσχοντες, ἵκοισθε·
εἰ δέ κε σίνηαι, τότε τοι τεκμαίρομ' ὄλεθρον
νηΐ τε καὶ ἑτάροισ'. αὐτὸς δ' εἴ πέρ κεν ἀλύξῃς,
ὀψὲ κακῶς νεῖαι, ὀλέσας ἄπο πάντας ἑταίρους,
νηὸς ἐπ' ἀλλοτρίης· δήεις δ' ἐν πήματα οἴκῳ,
ἄνδρας ὑπερφιάλους, οἵ τοι βίοτον κατέδουσι
μνώμενοι ἀντιθέην ἄλοχον καὶ ἕδνα διδόντες.
ἀλλ' ἦ τοι κείνων γε βίας ἀποτείσεαι ἐλθών·
αὐτὰρ ἐπὴν μνηστῆρας ἐνὶ μεγάροισι τεοῖσι
κτείνῃς ἠὲ δόλῳ ἢ ἀμφαδὸν ὀξέϊ χαλκῷ, λ 120
ἔρχεσθαι δὴ ἔπειτα, λαβὼν εὐῆρες ἐρετμόν,
εἰς ὅ κε τοὺς ἀφίκηαι, οἳ οὐκ ἴσασι θάλασσαν
ἀνέρες οὐδέ θ' ἅλεσσι μεμιγμένον εἶδαρ ἔδουσιν·
οὐδ' ἄρα τοὶ ἴσασι νέας φοινικοπαρῄους,
οὐδ' εὐήρε' ἐρετμά, τά τε πτερὰ νηυσὶ πέλονται.
σῆμα δέ τοι ἐρέω μάλ' ἀριφραδές, οὐδέ σε λήσει·
ὁππότε κεν δή τοι ξυμβλήμενος ἄλλος ὁδίτης
φήῃ ἀθηρηλοιγὸν ἔχειν ἀνὰ φαιδίμῳ ὤμῳ,
καὶ τότε δὴ γαίῃ πήξας εὐῆρες ἐρετμόν,
ἕρξας ἱερὰ καλὰ Ποσειδάωνι ἄνακτι, λ 130
ἀρνειὸν ταῦρόν τε συῶν τ' ἐπιβήτορα κάπρον,
οἴκαδ' ἀποστείχειν ἕρδειν θ' ἱερὰς ἑκατόμβας
ἀθανάτοισι θεοῖσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι,
πᾶσι μάλ' ἑξείης. θάνατος δέ τοι ἐξ ἁλὸς αὐτῷ
ἀβληχρὸς μάλα τοῖος ἐλεύσεται, ὅς κέ σε πέφνῃ
γήρᾳ ὕπο λιπαρῷ ἀρημένον· ἀμφὶ δὲ λαοὶ
ὄλβιοι ἔσσονται. τὰ δέ τοι νημερτέα εἴρω.»
[...]

 Να κι η ψυχή σε λίγο που 'φτασε χρυσό ραβδί κρατώντας
του Τειρεσία, κι ευτύς με γνώρισε κι αυτά τα λόγια μου 'πε:
"Γιε του Λαέρτη αρχοντογέννητε, πολύτεχνε Οδυσσέα,
το φως του ήλιου γιατί, τρισάμοιρε, παράτησες, για να 'ρθεις
να ιδείς τον τόπο αυτό τον άχαρο και τους νεκρούς; Τραβήξου
τώρα απ' το λάκκο κι αναμέρισε το κοφτερό σπαθί σου,
να πιω απ' το γαίμα τούτο, αψεύτιστη μετά να δώσω ορμήνια."
Είπε, κι εγώ το ασημοκάρφωτο θηκάρωσα σπαθί μου
κι αποτραβήχτηκα· σα ρούφηξε το μαύρο γαίμα εκείνος,
ο μάντης ο άψεγος, μου μίλησε κι αυτά τα λόγια μου 'πε:
"Τρανέ Οδυσσέα, στην πολυπόθητη ζητάς να στρέψεις γη σου,
μα στέκει ένας θεός στο δρόμο σου· θαρρώ πως δε γλιτώνεις
του Κοσμοσείστη, που στα φρένα του θυμό για σένα κλείνει,
τι σου 'χει μάνητα που ετύφλωσες τον ακριβό το γιο του.
Μα κι έτσι, με τα χίλια βάσανα, θα φτάνατε, μονάχα
ν' ανακρατούσες τους συντρόφους σου, κι ατός σου να κρατιόσουν,
μόλις το πλοίο το καλοκάμωτο στης Θρινακίας αράξεις
μια μέρα το νησί, ξεφεύγοντας τα γεράνια πελάγη,
και βρείτε εκεί τ' αρνιά τα ολόπαχα να βόσκουν και τα βόδια
του Γήλιου, που τα πάντα πάνωθε θωρεί κι ακούει τα πάντα.
Χέρι σ' αυτά αν δε βάλεις έχοντας το γυρισμό στο νου σου,
μπορείτε με τα χίλια βάσανα να᾿ ρθείτε στην Ιθάκη.
Μα αν βάλεις χέρι, τότε χάθηκες και συ και το καράβι
κι οι σύντροφοι σου, αυτή είν᾿ η ορμήνια μου. Και συ να ξεγλιτώσεις,
θα φτάσεις πίσω δίχως συντρόφους, αργά, συφοριασμένος,
σε άρμενο ξένο, και στο σπίτι σου θα βρεις τυράννια κι άλλα,
άντρες αράθυμους, το ταίρι σου το ισόθεο που γυρεύουν
και τάζουν περισσά χαρίσματα, το βιος σου τρώνε ωστόσο.
Μα εσύ θα γδικιωθείς διαγέρνοντας τις αδικίες τους όλες.
Κι ως τους μνηστήρες στο παλάτι σου με κοφτερό σκοτώσεις
χαλκό, με δόλο ξεπλανώντας τους για κι ανοιχτά, το δρόμο
πάρε μετά, κουπί καλάρμοστο στο χέρι σου κρατώντας,
σε ανθρώπους ως να φτάσεις, θάλασσα που δεν κατέχουν τι είναι,
κι ουδέ ποτέ με αλάτι αρτίζουνε τα φαγητά που τρώνε,
κι ουδέ καράβια αλικομάγουλα ποτέ αγνάντεψαν, μήτε
κουπιά καλάρμοστα, που ως φτερούγες δρομίζουν τα καράβια.
Σου λέω και το σημάδι ξάστερα και θα το δεις κι ατός σου:
Σα σε ανταμώσει εκεί στη στράτα σου κανένας πεζολάτης
και λιχνιστήρι πει στον ώμο σου πως κουβαλάς τον ώριο,
στο χώμα τότε το καλάρμοστο να μπήξεις λέω κουπί σου,
κι αφού θυσίες προσφέρεις πάγκαλες στο ρήγα Ποσειδώνα,
κριάρι και κάπρι λατάρικο και ταύρο σφάζοντάς του,
γύρισε πίσω στην πατρίδα σου, και πρόσφερε θυσίες
μεγάλες στους θεούς, που αθάνατοι τα ουράνια πλάτη ορίζουν,
σε όλους γραμμή. Κι ακόμα ο θάνατος γλυκός, γαλήνιος θα 'ρθει
να σε 'βρει αλάργα από τη θάλασσα, τα μάτια να σου κλείσει
μες σε βαθιά καλά γεράματα· κι ολόγυρα οι λαοί σου
θα ζουν χαιράμενοι. Τον άκουσες τον άψευτό μου λόγο!"

Μετάφραση Ν. Καζαντζάκης - Ι. Κακριδής


Του Τειρεσία εκεί η ψυχή τότε ήρθε του Θηβαίου.
Σκήπτρο κρατούσε ολόχρυσο, με γνώρισε και μου ‘πε·
«Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε Δυσσέα,
γιατί ήρθες, δόλιε, αφήνοντας του ήλιου τη λαμπράδα,
να ιδείς στον Άδη τους νεκρούς, τον άχαρο τον κόσμο;
Τράβα απ’ το λάκκο το σπαθί κι αλάργα βάσταξέ το,
αίμα να πιω και να σου πω στερνά την πάσα αλήθεια».
Είπε, κι εγώ τραβήχτηκα κι έβαλα στο θηκάρι
τ’ ασημοκάρφωτο σπαθί. Κι αίμα σαν ήπιε μαύρο,
άρχισε τότε ο άψεγος προφήτης κι έτσι μου ‘πε˙
«Το γλυκοπόθητο ζητάς, Δυσσέα, γυρισμό σου,
μα δύσκολο κάποιος θεός για σένα θα τον κάμει.
Γιατί του κόσμου ό Σαλευτής θαρρώ δε θα ξεχάσει
το πάθος πόχει στην καρδιά, που τύφλωσες το γιο του.
Μα κι έτσι, αν πάθετε δεινά, θα πάτε στην πατρίδα,
αν κρατηθείς στον πόθο σου, κι ο ίδιος κι οι συντρόφοι,
όταν το καλοκάμωτο καράβι πρωταράξεις
στης Θρινακίας το νησί, απ’ τα δεινά σωμένος
του μενεξόθωρου γιαλού, και βρείτε εκεί να βόσκουν
τα βόδια και τα πρόβατα τα παχουλά του Ήλιου,
που όλα τα βλέπει από ψηλά κι ακούει όλα τα πάντα,
Αν δεν τ’ αγγίξεις και ποθείς να φτάσεις στην πατρίδα,
μ’ όσα κι αν πάθετε δεινά, θα φτάσετε στο Θιάκι.
Μα αν βάλεις χέρι, τότε εγώ προλέγω το χαμό σας
συντρόφων σου και καραβιού. Κι αν μόνος σου γλιτώσεις,
θα φτάσεις κακώς έχοντας, αργά, δίχως συντρόφους,
με ξένο πλοίο και θα βρεις στο σπίτι σου άλλα πάθια,
ανθρώπους ασυλλόγιστους που καταλούν το βιός σου
και δίνουν προίκες, την πιστή γυναίκα σου να πάρουν.
Όμως εκείνων τ’ άδικα σαν πας θα τα πλερώσεις.
Κι όταν ξεκάμεις μ’ άπονο μαχαίρι τους μνηστήρες,
είτε με δόλο ή φανερά στ’ αρχοντικό σου σπίτι,
πάρε ένα καλοτράβηχτο κουπί και φύγε τότε
όσο να φτάσεις σε λαούς που θάλασσα δεν ξέρουν
και τρώνε ανάλατο φαΐ και μήτε από καράβια
κατέχουν κοκκινόπλωρα μήτε κουπιά γνωρίζουν
πού ᾽ναι φτερά των καραβιών. Και θα σου πω να ξέρεις
ένα σημάδι αλάθευτο, που δε θα κάμεις λάθος.
Όταν στο δρόμο εκεί που πας διαβάτης σ’ απαντήσει
και λιχνιστήρι αυτό σου πει στον ώμο που σηκώνεις,
τότε το καλοτράβηχτο κουπί στη γη να μπήξεις
κι εκεί να σφάξεις όμορφα σφαχτά στον Ποσειδώνα,
κριάρι, ταύρο και καπρί, των χοίρων ελατάρη,
και στην πατρίδα γύρισε κι αρχοντικές θυσίες
να κάμεις σ’ όλους τους θεούς που κατοικούν στα ουράνια.
Κι αλάργα εκεί από θάλασσες ο θάνατός σου θα ᾽ρθει
σε αρχοντικά γεράματα στο σπίτι σου να σ’ έβρει,
και γύρω σου καλότυχο θα βλέπεις το λαό σου.
Την πάσα αλήθεια πού ᾽ξερα, Δυσσέα, σου την είπα».

Μετάφραση Ζήσιμος Σιδέρης


 »Κι ήλθε και του Θηβαίου Τειρεσία η ψυχή· κρατούσε
100 το χρυσό του σκήπτρο, αμέσως μ’ αναγνώρισε [... και αφού ήπιε αίμα]
110 [...] έτσι μου μίλησε ο τέλειος μάντης:
«Τον νόστο σου γυρεύεις, γλυκόν σαν μέλι, Οδυσσέα περίφημε.
Όμως κάποιος θεός θα σου σταθεί στον δρόμο σου φραγμός, γιατί
δεν το πιστεύω πως θα ξεχάσει ο Κοσμοσείστης εκείνη την οργή
που άναψε μέσα του, όταν χολώθηκε μαζί σου, που τύφλωσες
115 τον ίδιο του τον γιο.
Παρ’ όλα αυτά, έστω με βάσανα και πάθη, μπορεί και να νοστήσετε,
φτάνει να συγκρατήσεις τις ορμές σου, εσύ κι οι σύντροφοί σου,
όταν θ’ αράξεις κάποτε με το καράβι σου γερό
στης Θρινακίας το νησί, γλιτώνοντας από το μπλάβο πέλαγο.
120 θα βρείτε εκεί βόδια να βόσκουν θηλυκά, πρόβατα μαλλιαρά –
στον Ήλιο ανήκουν, που τα πάντα βλέπει από ψηλά, τα πάντα ακούει.
Ανίσως και δεν τα πειράξεις, στον νόστο σου προσηλωμένος
μπορεί, έστω με βάσανα και πάθη, να φτάσετε και στην Ιθάκη·
αν όμως τα πειράξεις, τότε προβλέπω όλεθρο,
125 για το καράβι σου και τους συντρόφους· αλλά κι εσύ, που ίσως γλιτώσεις,
λέω πως αργά κι άσχημα θα γυρίσεις πίσω, θα χάσεις όλους τους συντρόφους,
θα ταξιδέψεις σε καράβι ξένο· όμως κι εκεί, στο σπίτι σου, σε περιμένουν
άλλες συμφορές, μνηστήρες αλαζόνες, που μαδούν το βιος σου,
που θέλουν την ισόθεη γυναίκα σου δική τους,
130 τάζοντας δώρα για τη νύφη –
και μολαταύτα, γυρίζοντας, θα εκδικηθείς την αδικία αυτή.
Όταν ωστόσο τους μνηστήρες, στο παλάτι,
με τον χαλκό που κόβει τους σκοτώσεις, είτε με δόλο ή και φανερά,
τότε πιάσε στο χέρι σου κουπί καλά αρμοσμένο
135 και κίνησε, ώσπου να φτάσεις σ’ ανθρώπους
που δεν είδαν θάλασσα,
που αλατισμένο δεν τρων το φαγητό τους·
δεν ξέρουν καν τα πλοία, βαμμένα κόκκινα στα μάγουλά τους,
ή τα καλά κουπιά, που γίνονται φτερά των καραβιών.
Και θα σου πω κι άλλο σημάδι πεντακάθαρο – μην το ξεχάσεις·
140 όταν στον δρόμο σου βρεθεί οδοιπόρος
να πει πως λιχνιστήρι φέρνεις στον όμορφο ώμο σου,
τότε κι εσύ μπήξε στο χώμα το καλάρμοστο κουπί,
και πρόσφερε θυσίες καλές στον 9 μέγα Ποσειδώνα [...].
145 Ύστερα γύρνα στην πατρίδα σου, εκεί θυσίασε
μιαν εκατόμβη στους αθάνατους θεούς που τον πλατύ ουρανό κατέχουν [...].
148 Ο θάνατος σου λέω θα σε βρει απόμακρα απ’ τη θάλασσα,
149-50 ήσυχος και γλυκός [...] / σε βαθιά, μεστά γεράματα· και γύρω σου λαοί,
151-52 όλοι θα ζουν ευτυχισμένοι. Αυτός ο λόγος μου, / αλάνθαστος κι αληθινός.» [...]

Μετάφραση Δημήτρης Μαρωνίτης




* Νέκυια ( νέκυς= νεκρός) ονομαζόταν η μαγική τελετή κατά την οποία οι άνθρωποι καλούσαν τους νεκρούς και ζητούσαν από αυτούς πληροφορίες για το μέλλον τους. Γίνεται έτσι φανερό γιατί η ραψωδία λ ονομάστηκε «Νέκυια».
Η Νέκυια είναι από τις πιο συγκινητικές ιστορίες της αρχαίας ελληνικής ποίησης, καθώς ο Οδυσσέας, εκτός από την πολυπόθητη συνομιλία του με την ψυχή του Τειρεσία, έρχεται σε επαφή με τις ψυχές τόσο της μητέρας του Αντίκλειας όσο και των παλιών συμπολεμιστών του στον πόλεμο της Τροίας. Οι διάλογοι που παρατίθενται είναι γεμάτοι ένταση, καημό και παράπονο, ενώ κορυφαία δραματική στιγμή αποτελεί η τριπλή προ­σπάθεια του ήρωα να αγκαλιάσει την άυλη ψυχή της μητέρας του και η τριπλή αποτυχία του.


πηγές
Ομηρικά έπη, επιλογή ραψωδιών, Α' Γυμνασίου μτφρ Δημήτρης Μαρωνίτης
Ηρακλής Κακαβάνης,  Ο μύθος του προφήτη Ηλία, Ριζοσπάστης 2007
Ηρακλής Κακαβάνης, Καθ' οδόν: Με τον Ηλία, Ριζοσπάστης 2009
Αθηνά Πολυδάμαντος Ο Προφήτης Ηλίας της Ελληνικής λαογραφίας, Τετρακτύς