Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Το παραμύθι της χούντας για την οικονομία τέλειωσε! Τι χρέος παρέδωσαν με στοιχεία

Κοντά 40 χρόνια το παραμύθι του “οικονομικού θαύματος” της χούντας που δήθεν παρέδωσε στη Δημοκρατία μια ακμάζουσα οικονομία μεταδίδεται από φιλοχουντικούς σε χρυσαυγίτες.
Κι επειδή καλό είναι τα παραμύθια κάποια στιγμή να τελειώνουν αξίζει να ρίξουμε μια ματιά και στην πραγματικότα.
Οι χουντικοί όχι μόνο δεν παρέδωσαν τη χώρα χωρίς κανένα χρέος αλλά τα είχαν κάνει ...μπάχαλο.



Στο Ποντίκι δημοσιεύθηκε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο για την ...ανάπτυξη της χούντας. Η οποία επί της ουσίας δεν υπήρξε.Στη συνέχεια παρουσιάζει μια σειρά από δημοσιεύματα από τη περίοδο της χούντας.



Τα φούμαρα των χουνταίων...

 17.11.2015 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ

Τα φούμαρα των χουνταίων... - Media

Σαράντα δύο χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη μέρα που τα τανκς της χούντας κατέστειλαν βίαια την τετραήμερη εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Τέσσερις δεκαετίες μετά οι απολογητές της δικτατορίας των συνταγματαρχών προσπαθούν να ξαναγράψουν την ιστορία, να την κόψουν και ράψουν στα μέτρα τους, για να καρπωθούν την αγανάκτηση των πολιτών ενάντια στο πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης.

Βασικό τους προπαγανδιστικό εργαλείο, η «προκοπή» της εθνικής οικονομίας επί χούντας, που εξάλλου, για να μην… ξεχνιόμαστε, έκανε «έργα»!

Είναι όμως έτσι;

Το «Π» επαναφέρει σήμερα ένα παλιότερο, πολυδιαβασμένο και πολυσυζητημένο άρθρο του για τα… φούμαρα των χουνταίων.




Κρατάει τέσσερις δεκαετίες το σλόγκαν των φιλοχουντικών, φιλοβασιλικών και χρυσαυγιτών ότι η δικτατορία των Συνταγµαταρχών παρέδωσε µια «παρθένα» οικονοµία, δίχως κανένα χρέος.
Το ίδιο πολυφορεµένο παραµύθι ακούστηκε και στο τελευταίο βίντεο, µε πρωταγωνιστή τον προφυλακισµένο Νίκο Μιχαλολιάκο, όταν σε µια ταβέρνα παραληρούσε ως συνήθως: «Επί 21ης Απριλίου τούς άφησε µε µηδέν χρέος και κατάντησαν τα πράγµατα… εκεί τα κατάντησαν. Τα λένε οι ίδιοι…, τα οµολογούν, η γενιά του Πολυτεχνείου».
Φυσικά, ο οποιοσδήποτε άνθρωπος µε στοιχειώδη λογική και την ελάχιστη κατάρτιση θα µπορούσε να υποθέσει, δίχως να γνωρίζει καν τίποτα παραπάνω, ότι θα ήταν αδύνατο ένα χρέος που τρέχει κι αυξάνεται από καταβολής ελληνικού κράτους να εξαφανιστεί ή έστω να φρεναριστεί και να µειωθεί για µια εφταετία, ειδικά από µια χούντα ασυδοσίας και ασχετοσύνης. Η αλήθεια, λοιπόν, είναι ότι η χούντα τα έκανε µαντάρα και στα οικονοµικά. Με το δηµόσιο ταµείο να πηγαίνει κατά διαόλου. Χειρότερα από πριν και µετά. Και ο µεγαλύτερος µύθος απ’ όλους ήταν αυτός της ανάπτυξης. Ουδεµία χειροπιαστή ανάπτυξη υπήρξε επί εφταετίας.
Το αντίθετο…
Εκτός κι αν µπορεί να θεωρηθεί επίτευγµα το (απογοητευτικό) +0,9%, τη στιγµή που όλη η Αθήνα χτιζόταν, οι Έλληνες µετανάστες και οι ναυτικοί τόνωναν τις καταθέσεις µε δεκάδες χιλιάδες εµβάσµατα από το εξωτερικό, ενώ η Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 προσπαθούσε να σηκώσει για πρώτη φορά κεφάλι, ύστερα από την Κατοχή, τον Εµφύλιο και την κατάµαυρη δεκαετία του ’50. Μόνο οι υπερεργολάβοι και οι ρουφιάνοι πλούτισαν, λοιπόν, στην οδυνηρή εφταετία σκανδάλων…

Χουντικοί µύθοι

Το «Π» ρίχνει κλοτσιά µια για πάντα σ’ αυτές τις µυθοπλασίες περί «καλής» οικονοµίας επί χούντας. Και, µάλιστα, µε ντοκουµέντα. Με δηµοσιεύµατα ακριβώς απ’ αυτήν την εποχή. Επί δικτατορίας! Τότε, δηλαδή, που η λογοκρισία έδινε κι έπαιρνε. Και τα παρουσιάζουµε αυτά τα δηµοσιεύµατα της επταετίας, ακριβώς επειδή σίγουρα υπάρχουν ακόµα άπιστοι Θωµάδες.
Σύµφωνα µε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λοιπόν, το 1974 το δηµόσιο χρέος είχε ανέβει στο 20,8% επί του ΑΕΠ, στα 114 δισ. δρχ. εκείνη τη χρονιά, µε τον εσωτερικό κι εξωτερικό δανεισµό να γιγαντώνονται. Το χρέος ξεκίνησε από 37,8 δισ. δρχ. το 1967, ενώ το 1973 ήταν ήδη στα 87 δισ., µε το έλλειµµα στο εµπορικό ισοζύγιο να είναι 4,5 φορές ψηλότερο και τις καταθέσεις, παρά τις διαρκείς τονωτικές ενέσεις των Ελλήνων µεταναστών, να µειώνονται δραµατικά µετά το 1970. Ο πληθωρισµός κάλπαζε, το πραγµατικό εισόδηµα µειωνόταν, οι φόροι έκαναν επέλαση, το ίδιο και η ακρίβεια.



Τζάµπα… εργολάβοι

Ακόµα και µια ελαφριά µείωση του εξωτερικού δανεισµού ήταν τεχνητή, αφού οι εργοληπτικές εταιρείες έπαιρναν τα δάνεια από το εξωτερικό µε εγγύηση ελληνικού ∆ηµοσίου και στη συνέχεια γίνονταν ανάδοχες των δηµόσιων έργων, µε παραχώρηση των δανείων στο ελληνικό κράτος. ∆εκάδες τέτοια δάνεια - συµβάσεις έγιναν και µ’ αυτήν την πατέντα - µετατροπή και το χρέος φαινόταν ως «εσωτερικό». Καραµπινάτη δηµιουργική λογιστική, δηλαδή, του «µυστράκια» Παττακού και τον οµοϊδεατών του.
Από το 1971, λοιπόν, η κατάσταση στην οικονοµία δεν µπορούσε να κρυφτεί άλλο. ∆εν θα ήταν, µάλιστα, υπερβολή να πούµε ότι τότε άρχιζε να χτίζεται πια για τα καλά η λερναία ύδρα του χρέους.
Στις 6.4.1971 οι εφηµερίδες δηµοσιεύουν: «Αύξηση κατά 23,5% σηµείωσε το δηµόσιο χρέος εντός του πρώτου 5µήνου του 1970, έναντι του 1969, κι έφθασε τα 58,3 δισεκατοµµύρια δρχ. τον Μάιο του περασµένου έτους, έναντι 47,2 που ήταν τον Μάιο του 1969, σύµφωνα µε στοιχεία της ΕΣΥΕ».
Στις 22.9.1971 υπάρχει στα «Νέα» οικονοµική ανάλυση του Κωνσταντίνου Κόλµερ, όπου διαβάζουµε ότι «ναι µεν σηµειώθηκε το 1970 µια επιβράδυνση στην αύξηση του ρυθµού αυξήσεως του χρέους στο 12% έναντι 25% του 1969 (σ.σ.: πάλι επί χούντας είχε εκτιναχθεί, δηλαδή), όµως σηµειώθηκε µια ουσιώδης αύξηση του κρατικού δανεισµού µε έντοκα γραµµάτια και διπλασιασµός του δανεισµού σε συνάλλαγµα». Παρατίθενται, µάλιστα, και αποκαλυπτικά στοιχεία για το δηµόσιο χρέος από το 1958, µε πηγή πάντα τη στατιστική υπηρεσία:

∆ΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ ΣΕ ∆ΙΣ. ∆ΡΧ.
1958........................................................3,5
1959........................................................8,0
1960........................................................9,7
1961......................................................11,6
1962......................................................13,1
1963......................................................17,6
1964......................................................21,4
1965......................................................25,4
1966......................................................32,0
1967......................................................37,8
1968......................................................45,3
1969......................................................56,7
1970......................................................63,7

Από το 1966, δηλαδή, που το χρέος ήταν 32 δισ., διπλασιάστηκε µέχρι το 1970 στα 63,7 δισ.
Σύµφωνα, εξάλλου, µε στοιχεία του ∆εκεµβρίου του 1971, υπήρξε «αύξηση των εισαγωγών µ’ έναν ρυθµό 15% περίπου, µε ταυτόχρονη µείωση των εξαγωγών κατά 5%, διαφορά που διεύρυνε το έλλειµµα του εµπορικού ισοζυγίου». Πάτωναν οι εξαγωγές, θέριευαν οι εισαγωγές…
Το 1972 ο Τύπος βοούσε πια για την τραγική κατάσταση της οικονοµίας. Στις 13.9.1972 τα «Νέα» έγραφαν στον τίτλο του ρεπορτάζ τους: «Κατά 7,7 δισ. αυξήθηκε το 1971 το δηµόσιο χρέος». Και συνέχιζαν:
«Αυξήθηκε κατά 7,7 δισεκατοµµύρια δραχµές το δηµόσιο χρέος της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του 1971. Σύµφωνα µε τα στατιστικά στοιχεία του τελευταίου τεύχους του ∆ελτίου Στατιστικής ∆ηµοσίων Οικονοµικών, κατά το τέλος του 1971 το συνολικό δηµόσιο χρέος ανήλθε σε 71,4 δισ. δραχµές». Από 63,7 που ήταν το 1970!
Με τη σηµείωση ότι µειώθηκε κατά 600 εκατ. δρχ. το χρέος σε ξένο νόµισµα και αυξήθηκε κατά 1,8 δισ. το χρέος σε εγχώριο νόµισµα. Με την πατέντα, που λέγαµε.
Στον «Οικονοµικό Ταχυδρόµο», στις 15.2.1973, τα σηµάδια κατρακύλας της οικονοµίας συνεχίζονται: «Μεταξύ Μαΐου 1971 και 1972 το δηµόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 7.118 εκατ. δρχ. ή σε ποσοστό 10% κι έφθασε στο ύψος των 73.806 εκατ. δρχ.».




«Θυσίες και κόστος»

Το πιο ενδιαφέρον άρθρο όλης εκείνης της εποχής το ξετρυπώσαµε στο «Βήµα». Στις 20.10.1973 υπήρχε πρωτοσέλιδη ανάλυση µε τίτλο «Ο απολογισµός µιας εξαετίας, θυσίες και κόστος». Τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτά τα περί «µηδενικών χρεών» δεν µπορούν να λέγονται ούτε γι’ αστείο. Πιο τρανταχτή διαπίστωση; Ότι στην εξαετία της δικτατορίας το εξωτερικό χρέος έγινε 1,5 φορά µεγαλύτερο απ’ όσο είχε φθάσει σε διάστηµα 145 χρόνων. Από καταβολής ελληνικού κράτους! Ιδού τα σηµαντικότερα αποσπάσµατα:

♦  «∆ιαπιστώθηκε στο προηγούµενο σηµείωµα ότι από τα προβαλλόµενα σαν επιτεύγµατα της οικονοµικής της εξαετίας, η µεν οικονοµική σταθερότητα όχι µόνο δεν εξασφαλίστηκε, αλλά αντίθετα διαταράχθηκε κατά τρόπο επικίνδυνο, η αύξηση του συναλλαγµατικού αποθέµατος είναι εικονική και οφείλεται στο δανεισµό από το εξωτερικό, ο δε ρυθµός αναδιάρθρωσης της οικονοµίας υπήρξε κατώτερος των δαπανών και δυσαναλόγως µικρότερος σε σχέση µε το παρελθόν».

♦ «Η µόνη διαφορά έναντι του παρελθόντος είναι η αποκληθείσα µε µετριοφροσύνη «ταχύρρυθµη ανάπτυξη», δηλαδή η επίτευξη πρόσθετου ρυθµού ανάπτυξης έναντι του παρελθόντος κατά 0,9% τον χρόνο, σύµφωνα µε τα επίσηµα στοιχεία. Ποιες όµως υπήρξαν οι θυσίες για να καταλήξουµε σ’ αυτό το ασήµαντο ποσοτικά και ανεπαρκές ποιοτικά ποσοστό ετήσιας αύξησης του εισοδήµατος;».

♦ «Μια από τις σπουδαιότερες θυσίες της εξαετούς περιόδου που προορίζεται να επηρεάσει δυσµενώς τις εξελίξεις της οικονοµίας στο µέλλον είναι η αύξηση του εξωτερικού χρέους της οικονοµίας. Το συνολικό εξωτερικό χρέος της Ελλάδας όπως είχε διαµορφωθεί µε τις ρυθµίσεις των προπολεµικών χρεών ανερχόταν από το 1821 µέχρι και το 1966 σε 1.110 εκατ. δολάρια περίπου».

♦ «Μέσα σε έξι χρόνια το χρέος αυτό ξεπέρασε τα 2.700 εκατ. δολάρια, χωρίς να υπολογίζονται οι καταθέσεις σε συνάλλαγµα από το εξωτερικό. Ήρκεσαν, δηλαδή, έξι χρόνια για να γίνει το εξωτερικό χρέος της χώρας 1,5 φορά µεγαλύτερο απ’ όσο είχε φθάσει σε διάστηµα 145 χρόνων. Και αυτό για έναν πρόσθετο ρυθµό ετήσιας αύξησης 0,9%».

♦ «Ακόµα και το δηµόσιο εξωτερικό χρέος που από την εθνική ανεξαρτησία ως το 1966 δεν ξεπερνούσε τα 300 εκατοµµύρια δολάρια έφθασε κατά την τελευταία εξαετία τα 700 εκατ. δολάρια, το δε εσωτερικό δηµόσιο χρέος από 32 δισ. δρχ. φθάνει τώρα περίπου τα 80 δισ. Ας σηµειωθεί ότι τώρα µέρος των δανείων του κεντρικού προϋπολογισµού πραγµατοποιείται µέσω Τραπέζης Ελλάδος και δεν εµφανίζεται στους λογαριασµούς του δηµόσιου χρέους»!




Οι πλούσιοι, πλουσιότεροι

Και συνέχιζε η εφηµερίδα στον απολογισµό που έκανε τον Οκτώβριο του 1973 µε το εµπορικό ισοζύγιο: «Η δεύτερη µεγάλη θυσία της ελληνικής οικονοµίας κατά την περίοδο αυτήν υπήρξε η θεαµατική διόγκωση του εµπορικού ισοζυγίου. Το έλλειµµα του εµπορικού ισοζυγίου από 745 εκατ. δολάρια προβλέπεται ότι θα φτάσει τελικά το τέλος του 1973 τα 2.600 εκατ. δολάρια, δηλαδή περίπου θα τετραπλασιασθεί. Εκείνο πάντως που είναι άκρως ανησυχητικό είναι η αλµατική αύξηση των εισαγωγών που από 1.150 δισ. το 1966 προβλέπεται να φθάσει τα 3.500 τουλάχιστον το 1973. Η αύξηση αυτή των εισαγωγών αντανακλά αφενός µεν τον χαµηλό βαθµό ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονοµίας, αφετέρου δε την ανεπάρκεια της εγχώριας παραγωγής».
Στη συνέχεια διαβάζουµε ότι οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι: «Ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της οικονοµίας περιορίστηκε. Τα συµπτώµατα κερδοσκοπίας εντάθηκαν. Έχει ήδη σηµειωθεί ένταση στην ανισοκατανοµή µε την αύξηση της µερίδας των κερδών έναντι της µερίδας των µισθών στο εθνικό εισόδηµα. Πρέπει να προστεθεί ότι η τελευταία πληθωριστική διαδικασία δεν έθιξε τα υπέρογκα κέρδη της περιόδου αυτής».
Μόλις λίγες εβδοµάδες µετά την πτώση της χούντας, ο οικονοµολόγος Αδαµάντιος Πεπελάσης δηµοσιεύει άρθρο του (2.8.1974), στο οποίο κάνει λόγο για ξεπούληµα της Ελλάδας στα ξένα κεφάλαια από τους Συνταγµατάρχες:
«Η ανάπτυξη της επταετίας είχε αντιλαϊκό χαρακτήρα. Η µεγάλη µάζα δηλαδή επωµίσθηκε το βάρος της ανάπτυξης, καρπώθηκε τα λιγότερα ωφελήµατα κι έφερε το κόστος των διάφορων αντιφατικών και συγκυριακών µέτρων για την προσπάθεια επαναφοράς της οικονοµίας σε σχετική σταθερότητα και ισορροπία. Ιδιαίτερα τα µέτρα των τελευταίων 12 µηνών ήταν εξοντωτικά για τα µικρά εισοδήµατα.
Η άνοδος των τιµών κατά 40%-45% το 1973 (και κατά 9% για το πρώτο εξάµηνο του 1974) υπερκάλυψε την αύξηση των αστικών εισοδηµάτων ενώ το αγροτι κό εισόδηµα άρχισε να συρρικνώνεται σηµαντικά. Οι ξένες παραγωγικές επενδύσεις µειώνονται εντυπωσιακά. Ενώ στην περίοδο 1965-66 εισάγονται 200 εκατ. δολάρια για παραγωγικές επενδύσεις, σ’ όλη την επταετία 1967-1973 εισάγεται πραγµατικά το µισό περίπου της προηγούµενης επταετίας. Τα άλλα ξένα κεφάλαια που εισέρρευσαν ήταν ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ - αγορά γης, οικοπέδων και παρόµοια».
Τελικά, αυτά τα περί «οικονοµικού θαύµατος της χούντας» δεν είναι απλά παραµύθια της Χαλιµάς, αλλά όσοι τα λένε προσπαθούν να βγάλουν λάδι, γκεµπελικά και προκλητικά, µια καταστροφική οικονοµική περίοδο που βάλτωσε τη χώρα σε όλα τα επίπεδα… Και το ότι κάποιοι θέλουνε να ξεχνάνε τόσο εύκολα, είτε επειδή είναι ωφεληµένοι από σκοτεινές περιόδους σαν την εφταετία είτε επειδή έστω είναι ανιστόρητοι, δεν πάει να πει ότι όλοι έχουµε πάθει µαζικό Αλτσχάιµερ και οµαδική τύφλωση…

 ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ



Επτά χρόνια ξεσάλωμα της χούντας στην οικονομία

Επτά χρόνια ξεσάλωμα της χούντας στην οικονομία - Media

Δήθεν ανάπτυξη με δανεικά και υποθήκευση της ζωής των επόμενων γενεών

Με τη δίκη της Χρυσής Αυγής να ξεκινάει στις 20 Απριλίου και με την επέτειο έναρξης της μαύρης επταετίας της χούντας στις 21 του μήνα, η εβδομάδα αναμένεται να είναι κάτι παραπάνω από θερμή. 
Με αυτή την αφορμή και, κυρίως, επειδή η μυθοπλασία γύρω από τα οικονομικά... επιτεύγματα επί δικτατορίας δίνει και παίρνει επί 41 χρόνια, το «Π» δίνει σήμερα μια ολοκληρωμένη εικόνα της ελληνικής οικονομίας στο επίμαχο διάστημα, ξεκαθαρίζοντας εντελώς το τοπίο. Με στοιχεία κι αριθμούς που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης, αφού ως σημείο αναφοράς έχουν τα επίσημα αρχεία του κράτους και της στατιστικής υπηρεσίας κατά τη διάρκεια της χούντας. 
Φυσικά, τα σκάνδαλα διαδέχονταν το ένα το άλλο επί επταετίες, ο «μυστράκιας» Παττακός εφάρμοζε πατέντες που παραλίγο να τίναζαν όλο το χρηματοοικονομικό σύστημα στον αέρα και γίνονταν τα μύρια όσα, όμως προς στιγμήν ας περιοριστούμε στα νούμερα αυτά καθαυτά. 
Ένα από τα επιχειρήματα, λοιπόν, των φιλοχουντικών ήταν και παραμένει ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της επταετίας. Κάτι που, βέβαια, δεν είναι λάθος σε απόλυτους αριθμούς, ωστόσο αυτό που αποκρύπτεται συστηματικά είναι ότι η τάση ήταν ήδη ανοδική από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 κιόλας. Και συνεχίστηκε με τους ίδιους ανοδικούς ρυθμούς τόσο στις αρχές της δεκαετίας του ’60 όσο κι από το 1967 και μετά, δίχως σοβαρές διακυμάνσεις στα ποσοστά επί τοις εκατό.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ
Συγκεκριμένα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανερχόταν στη χώρα μας σε 300 δολάρια το 1953. Το 1965 είχε ήδη διπλασιαστεί στα 630 δολάρια, ακολουθώντας σταθερά ανοδικούς ρυθμούς κι εκφράζοντας τη δυναμική που αναπτυσσόταν μεταπολεμικά στην ελληνική οικονομία, όπως συνέβη και στη συνέχεια. Πάντως, το ταραχώδες σε Ελλάδα και Κύπρο 1974 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σημαντική πτώση:
1966: 692 δολ., 1967: 809 δολ., 1968: 852 δολ., 1969: 923 δολ., 1970: 998 δολ., 1971: 1.078 δολ., 1972: 1.167 δολ., 1973: 1.259 δολ., 1974: 1.238 δολ.
Δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις
Ο «μύθος» λέει ότι οι επενδύσεις απογειώθηκαν επί επταετίας. Όχι μόνο οι ιδιωτικές με τα μεγάλα – και σε αρκετές περιπτώσεις προκλητικά – φορολογικά κίνητρα, για να συνεχίζει να γεμίζει άναρχα μπετόν μέχρι... πνιγμού η Αθήνα, λόγω και της ανελέητης αύξησης των οικοδομικών συντελεστών, αλλά και οι δημόσιες. 
Η πραγματικότητα είναι πως τα αποτελέσματα ήταν μάλλον φτωχότερα του αναμενόμενου, αν αναλογιστεί κανείς τι αδιανόητες υποχωρήσεις έγιναν και με τι κόστος, ειδικά σε θέματα περιβάλλοντος και συνθηκών ζωής για τις επόμενες γενιές. 
Συνολικά, οι ακαθάριστες επενδύσεις (ιδιωτικές και δημόσιες) στην Ελλάδα ήταν στο 26,2% επί του ΑΕΠ το 1965 και στο 25,66% την επόμενη χρονιά. Με την έλευση της χούντας το 1967 έπεσαν στο 24,1% για να «πικάρουν» το 1970 στο 30%. Τις δύο επόμενες χρονιές υπήρξε κάμψη μεταξύ 27-28% για να φτάσει πάλι στο 30% το 1972-1973. Το 1974 επήλθε γκρεμοτσάκισμα στο 23%. 
Παρά ταύτα οι δημόσιες επενδύσεις παρέμεναν σταθερές, όπως και προ επταετίας, χωρίς ιδιαίτερες διακυμάνσεις: Από το 1964 ώς και το 1968 κυμάνθηκαν μεταξύ 7,08%-7,59%, ενώ από το 1969-1974 από 6,9% έως 9,5%. Το φράγμα του 9%, πάντως, έσπασε μόνο δυο χρονιές (1971-1972).
Στις ιδιωτικές επενδύσεις, όπου υποτίθεται έπεσε και το μεγαλύτερο βάρος, ειδικά με το χτίσιμο των πάντων, ένα μπετονάρισμα που βέβαια είχε ξεκινήσει επί Κωνσταντίνου Καραμανλή, είχαμε (σε ποσοστά επί του ΑΕΠ):
1964: 18%, 1965: 18,7%, 1966: 18,5%, 1967: 16,6%, 1968: 20,1%, 1969: 21,4%, 1970: 19,6%, 1971: 19,7%, 1972: 21%, 1973: 21,9%, 1974: 16,1%. 
Κρατικές δαπάνες
Το μεγάλο ξεσάλωμα της χούντας, πάντως, έγινε με τις κρατικές δαπάνες, οι οποίες μόνο σε ένα μικρό ποσοστό αφορούσαν τις δημόσιες επενδύσεις, απαραίτητες ή περιττές, καθότι πολλές ήταν εντελώς αχρείαστες. Κι έγιναν για ευνόητους λόγους. 
Ενώ, πάντως, θα περίμενε ενδεχομένως κάποιος ότι οι δαπάνες για την εθνική άμυνα θα αυξάνονταν, δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Αντίθετα, επί επταετίας υπερδιογκώθηκε ο δημόσιος τομέας με επέκτασή του και αθρόες προσλήψεις «ημετέρων» υπαλλήλων, ενώ εκτινάχθηκαν και τα έξοδα για την «εσωτερική ασφάλεια» του καθεστώτος. Ταυτόχρονα, ένα μέρος των δαπανών αφορούσε και το δημόσιο χρέος, που γιγαντωνόταν χρόνο με τον χρόνο. Πάντα επί επταετίας, φυσικά!
Συγκεκριμένα, οι κρατικές δαπάνες από το 1961 έως το 1963 είχαν σταθεροποιηθεί στα 22-25 δισ. δρχ. Από το 1964 έως το 1966, σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας της χώρας, παρουσίασαν μια μάλλον ήπια αύξηση από τα 30 στα 38 δισ. δρχ. Η συνέχεια, όμως, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, αφού τα πράγματα ξέφυγαν εντελώς με το που ανέλαβαν οι χουνταίοι:
1966: 38 δισ., 1967: 46 δισ., 1968: 52 δισ., 1969: 65 δισ., 1970: 65 δισ., 1971: 74 δισ., 1972: 89 δισ., 1973: 105 δισ., 1974: 129 δισ.
Με λίγα λόγια, η χούντα παρέλαβε τις κρατικές δαπάνες από τα 38 δισ. δρχ., που ήταν προ της έλευσής της το 1966, και τις... ξεχείλωσε τρεις φορές πάνω (!) στα 129 δισ. το 1974. Καταστροφή... Κατά τα άλλα, ακόμα και σήμερα υποστηρίζουν κάποιοι ότι επί δικτατορίας συμμαζεύτηκε το κράτος. Ούτε να γελάσει δεν μπορεί κανείς με τέτοιους ισχυρισμούς. 
Τραπεζικός δανεισμός
Τα χρόνια εκείνα ο τραπεζικός δανεισμός αφορούσε τη συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων. Από τα στοιχεία, λοιπόν, προκύπτει ότι οι επενδύσεις που έγιναν από τη βιομηχανία στη μεταποίηση ήταν με δανεικά των τραπεζών. Σε βαθμό παραλογισμού, μάλιστα! Τόσο πολύ, που προκλήθηκε «υπερθέρμανση» στην οικονομία, με συνέπεια την αναγκαστική επιβολή αυστηρών περιορισμών. 
Συγκεκριμένα, το 1964 για κάθε 100 δρχ. που επενδύονταν στη μεταποίηση η τράπεζα δάνειζε τις 35 δρχ. και ο επιχειρηματίας έβαζε από την τσέπη του τις 65. 
Δυο χρόνια μετά την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας από τη χούντα το ποσοστό 35-65 είχε γίνει 81-19. Το 1970 και το 1971 η αναλογία είχε ξεφύγει στο σκανδαλώδες «90 δρχ. η τραπεζική πίστωση - 10 δρχ. ο επιχειρηματίας» για την επένδυση. Με συνέπεια, όπως είπαμε, την «υπερθέρμανση» της οικονομίας και τους αναπόφευκτους περιορισμούς, αφού έμπαινε σε κίνδυνο όλο το σύστημα, το οποίο είχε φτάσει στα όριά του με κάτι τέτοιες ανοησίες που έκαναν κακό και στις βιομηχανίες - βιοτεχνίες και στις τράπεζες. 
Ξεδιάντροπο ψέμα η μείωση του χρέους
Το ξεδιάντροπο ψέμα ότι επί χούντας το δημόσιο χρέος... μηδενίστηκε είναι ένα παραμύθι που δεν καταπίνεται ούτε από παιδιά νηπιαγωγείου. Συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Θέριεψε. Και είναι απορίας άξιο πώς κυκλοφορεί αυτός ο μύθος μέχρι τις μέρες μας, όταν οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. 
Το ελληνικό δημόσιο χρέος ήταν το 1966 στα 32 δισ. δρχ. και το 1967 στα 39 δισ. δρχ. Τι έγινε επί επταετίας; Τριπλασιάστηκε, όπως και ο εξωτερικός δανεισμός στο ίδιο διάστημα! Βάρη τα οποία έπρεπε να κουβαλήσουν οι επόμενες δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις στη μεταπολίτευση.
1966: 32 δισ. δρχ., 1967: 39 δισ., 1968: 45 δισ., 1969: 57 δισ., 1970: 64 δισ., 1971: 71 δισ., 1972: 87 δισ., 1973: 94 δισ., 1974: 114 δισ.
Εισαγωγές - εξαγωγές
Οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν επί επταετίας. Έτσι κι αλλιώς, πάντως, η τάση ήταν ήδη ανοδική από πριν. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί καλό, έστω κι αν η φούσκα του υπερβολικού δανεισμού με τα διάφορα τερτίπια προς τις επιχειρήσεις ήταν ωρολογιακή βόμβα. Ενώ, όμως, η εσωτερική παραγωγή είχε υποθηκευτεί ήδη ουσιαστικά στον τραπεζικό τομέα με τέτοιον «τρελό» δανεισμό, οι εισαγωγές φούντωναν. Και τετραπλασιάστηκαν ανοίγοντας όσο ποτέ την ψαλίδα. 
Συγκεκριμένα, οι ελληνικές εξαγωγές ανέρχονταν σε 452 εκατ. δολ. το 1967, το 1971 είχαν ανέβει στα 625 εκατ. και το 1973 στα 1,2 δισ. Το 1974 έγινε το ρεκόρ με 1,7 δισ. Οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, πάντως, μειώθηκαν από το 63% του συνόλου των εξαγωγών το 1968 στο 48% το 1972.
Στο ίδιο διάστημα οι εισαγωγές, και παρά τις πιεστικές καμπάνιες υπέρ των ελληνικών προϊόντων, ξεκίνησαν από 1,1 δισ. δολ. το 1967. Το 1972 είχαν διπλασιαστεί σε 2,2 δισ. Το 1973 εκτοξεύθηκαν στα 3,8 δισ. και το 1974 στα 4,5 δισ. δολάρια. 
Πληθωρισμός
Όπως είναι λογικό, με τόσες εισαγωγές, αλλά με τις κρατικές δαπάνες να φουντώνουν μέρα με τη μέρα, ο πληθωρισμός άρχισε να δείχνει τα δόντια του για τα καλά. 
Έτσι, ενώ ο πληθωρισμός ήταν στο 2,5% το 1968 σκαρφάλωσε μεμιάς στο 6,6% το 1972 και ξέφυγε στο 40% το πρώτο εξάμηνο του 1974. Υπήρξε μια απόπειρα στο πόδι λίγο πριν πέσει η δικτατορία για να μειωθεί, αλλά δεν έγινε τίποτα επί της ουσίας. Την ίδια ώρα οι καταθέσεις μειώνονταν δραματικά. 
Κατά συνέπεια η άνοδος των τιµών κατά 40%-45% το 1973 υπερκάλυψε την αύξηση των αστικών εισοδηµάτων, ενώ το αγροτικό εισόδηµα συρρικνώθηκε σημαντικά. Εξάλλου, οι ξένες παραγωγικές επενδύσεις μειώθηκαν εντυπωσιακά.
Κοινωνικές παροχές
Οι δαπάνες της κοινωνικής ασφάλισης και των παροχών παρουσίασαν σταθερή άνοδο από το 1964 μέχρι και το 1967, όταν από το 10,3% έφτασαν στο 14,4%. Η στασιμότητα από το 1967-1971 όταν ο δείκτης κόλλησε στο 14% είχε και αρνητική συνέχεια τα επόμενα χρόνια με μια κάθετη πτώση στο 13,7% το 1972 και στο 11,7% το 1973, επίπεδα στα οποία έμεινε και το 1974. Ως εκ τούτου οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης σε ποσοστά ΑΕΠ σαφώς συρρικνώθηκαν. 
Επίσης, μείωση κατά δυο ποσοστιαίες μονάδες επί του ΑΕΠ παρουσιάστηκε επί επταετίας στις δαπάνες για την Παιδεία, ενώ οι καταθέσεις των νοικοκυριών μειώθηκαν στο μισό μεταξύ 1972-1973. Συγκεκριμένα, από 34 δισ. δρχ. έπεσαν στα 19 δισ. 
Φορολογία
Ενώ οι φόροι προς τους βιομηχάνους και τους εφοπλιστές μειώνονταν διαρκώς επί επταετίας, δεν συνέβη το ίδιο προς τα μικρά και μεσαία εισοδήματα. Οι συνολικοί φόροι για τους πολίτες αυξήθηκαν από 27,4% το 1966, ως ποσοστό του μικτού εισοδήματος, σε 29,2% το 1972. Από τις οικογένειες το καθεστώς εισέπραττε το 55% των φορολογικών εισοδημάτων μέσω έμμεσων φόρων και το 36% από άμεσους. 
Εν κατακλείδι, όποιος ακόμα και 41 χρόνια μετά την πτώση της χούντας ισχυρίζεται ότι υπήρξε το διάστημα 1967-1974 κάποια χρυσή περίοδος για την ελληνική οικονομία, μάλλον δεν μπορεί να ξεχωρίσει τον θησαυρό από τον... άνθρακα! Και δεν θα μπορούσε να συμβεί τίποτε άλλο από αυτόν τον άθλιο, ανίκανο και μοβόρικο θίασο των συνταγματαρχών.

21.4.2015 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1860 στις 16-04-2015