Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ - 1945-2013

Ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης που άλλαξε το νέο ελληνικό θέατρο Ενας από τους σπουδαιότερους (για κάποιους ο σπουδαιότερος) σύγχρονους ανανεωτές του ελληνικού θεάτρου.
Σίγουρα από τους λίγους διαμορφωτές του θεατρικού τοπίου. Ταγμένος στο θέατρο. Αφοσιωμένος στη θεατρική πράξη. Απόλυτα καλλιτέχνης. Απόλυτα τελειομανής, χωρίς να είναι στείρος.Απόλυτα δοσμένος στο όραμά του. Κάθε του παραγωγή
στημένη με φαντασία και αυστηρότητα. Κάθε του σκηνοθεσία εμπνευσμένη. Κάθε του παράσταση ένα «ταξίδι» σε έναν άλλον κόσμο. Γι' αυτό και το «φευγιό» του Λευτέρη Βογιατζή, σε μια εποχή τόσο δημιουργική για τον ίδιο, αποτελεί μια απόλυτα τεράστια απώλεια.
 Οχι μόνο για το θέατρο, αλλά για την τέχνη γενικότερα.

Ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης που άλλαξε το νέο ελληνικό θέατρο





Ο σκηνοθέτης, ηθοποιός και δάσκαλος, ο άνθρωπος που αψηφούσε τις δυνάμεις του χρόνου, που οδηγό του είχε μοναχά την τέχνη και τη σχέση του με αυτήν, μας άφησε πολύ πολύ φτωχότερους, όχι σχηματικά, αλλά ουσιαστικά. Νικήθηκε από τον καρκίνο, αν και τον πάλεψε, για δύο χρόνια, με σθένος. Στάθηκε όρθιος και δημιουργικός έως την τελευταία στιγμή. Στις χημειοθεραπείες αντέταξε Πίντερ και Μολιέρο, «Θερμοκήπιο» και «Αμφιτρύωνα». Και στα πιο δύσκολα έστρεψε κατά πάνω στο «θεριό» το μεγαλύτερο όπλο: «Οιδίποδα Τύραννο», που τον είχε στα σκαριά και τον ονειρευόταν χρόνια. Τελικά η επάρατος νόσος τον πήρε μαζί της, χθες το απόγευμα, στα 68 του, στο «Υγεία», όπου νοσηλευόταν τον τελευταίο καιρό. Στο πλευρό του είχε τη σύντροφό του, τον φύλακα-άγγελό του, Ειρήνη Λεβίδη, και στενούς φίλους.

Ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης που άλλαξε το νέο ελληνικό θέατρο
Αθεράπευτα δημιουργικός κι ανικανοποίητος όπως κάθε Μεγάλος, ο Λευτέρης Βογιατζής επηρέαζε καταλυτικά, τροφοδοτούσε κι ενέπνεε τη θεατρική οικογένεια. Αντίπαλός του μόνο «ο εχθρός του καλού», δηλαδή το καλύτερο. Κριτής του αποκλειστικά ο εαυτός του. Γιατί με εκείνον αναμετριόταν κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό. Ηξερε να βάζει τον πήχη ψηλά κι ακόμα ψηλότερα και ψηλότερα. Σαν αυτό το άλμα εις ύψος να τον έκανε να θέλει να πετάξει. Και ταυτόχρονα να τον βασάνιζε. Οσο απαιτητικός ήταν με τον εαυτό του, το ίδιο απαιτούσε και από τους συνεργάτες του. Οι εξαντλητικές δοκιμές, οι πολύμηνες πρόβες μέχρι την πρεμιέρα, η πρεμιέρα που όλοι αναμένουν κι αργεί να έρθει. Κι όταν έρθει θα καθυστερήσει να αρχίσει, γιατί ο θίασος κάνει μέχρι την τελευταία στιγμή πρόβα... Πολλοί ηθοποιοί τον λατρεύουν, τον θεωρούν σπουδαίο δάσκαλο, άλλοι τον φοβούνται, ενώ κάποιοι στην πορεία των ετών συγκρούστηκαν μαζί του. Ολοι, πάντως, τον παραδέχονταν.
Σύνθετη προσωπικότητα, γοητευτική, με περίπλοκη ψυχοσύνθεση, απαιτητική κι ασυμβίβαστη.

Χαρακτήρας ιδιόρρυθμος κι εμμονικός, ευαίσθητος κι ευάλωτος, αγχώδης κι αγχωτικός, πότε πότε σαν παιδί που θέλει να κάνει τη σκανταλιά, αναποφάσιστος και με κάκιστη σχέση με τον χρόνο. Με το μηχανάκι του διέσχιζε την Αθήνα, χαιρόταν το ταξίδι στο πλοίο για την Ανδρο, λάτρευε τον γάτο του, τον Φανερούλη. Εστέτ αλλά και επί των πρακτικών, αφού φρόντιζε την κάθε παραγωγή του θεάτρου εξ ολοκλήρου. Και με την «ανικανότητα» να δεχθεί το πεπερασμένο του χώρου, στην προκειμένη περίπτωση του «Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων», του «ορμητηρίου» του το οποίο συνεχώς γκρέμιζε και ξανάφτιαχνε, ανάλογα με το πώς είχε φανταστεί το εκάστοτε ανέβασμα. Ισως γι' αυτό, γιατί είχε τη δική του φροντίδα, το «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων» είναι από τα ωραιότερα της Αθήνας.

Ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης που άλλαξε το νέο ελληνικό θέατρο

Ο Λευτέρης Βογιατζής γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα (Καλλιθέα), όπου πέρασε τα πρώτα παιδικά χρόνια του. Παιδί με ανατροφή, αλλά με ανησυχίες στην τελευταία τάξη του γυμνασίου «ξέσπασε» κι ακολούθησε το «μέσα» του. Ωστόσο πάντοτε τον συνόδευε ο «συγκρατημός» της αγωγής που είχε λάβει και το «κράτημα» που του είχε δώσει η ανατροφή του. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρακολούθησε για δύο χρόνια το «Ράινχαρτ Σεμινάρ» στη Βιέννη και τελείωσε τη Σχολή Κ. Μιχαηλίδη. Σαράντα, ακριβώς, χρόνια είχε κλείσει στο θέατρο. Και ίσως κάποιος σκεφτεί ότι όλα τα είχε προσχεδιάσει. Οτι ξεκίνησε με κάποιον στόχο. Λάθος. Ολα προέκυψαν. Τον «έσπρωξαν» στην υποκριτική, «εξ ανάγκης» ήρθε η σκηνοθεσία το 1982, με τη δημιουργία της «Σκηνής».
Αν και συνεχώς το δημιουργικό μυαλό του βρισκόταν σε εγρήγορση κι ένα καινούργιο σχέδιο είχε στα σκαριά, δεν θα χαρακτήριζε κανείς τον Λευτέρη Βογιατζή ως έναν πολύ παραγωγικό καλλιτέχνη. Η ποιότητα, η αρτιότητα του τελικού αποτελέσματος, η τελειοθηρία του τον έκαναν να παράγει λιγότερα σε ποσότητα, αλλά περισσότερα σε μαγεία. Αυτή τη μαγεία, αυτή την ενέργεια, αυτή τη μοναδική αίσθηση αποκόμιζε ο θεατής στις παραστάσεις του. Μεταμορφώνονταν σε «μύστη» μιας ιερής τελετουργίας. Γιατί αυτό ήταν το θέατρο για τον Λευτέρη Βογιατζή: τελετουργία.

Η «Νέα Σκηνη»
Οι ουρές και οι... μάχες για ένα εισιτήριο στην Οδό Κυκλάδων

ρώτος σταθμός στην καριέρα του υπήρξε το 1981, οπότε ίδρυσε την Εταιρεία Θεάτρου «Η Σκηνή» με τη συνεργασία των Β. Παπαβασιλείου, Δ. Καταλειφού Ρ. Οικονομίδου, Αν. Κοκκίνου, Τ. Μπαντή, Σμ. Σμυρναίου. Επρόκειτο για μια κίνηση που άλλαξε τα ήθη της θεατρικής πιάτσας. Οι ουρές και οι... «μάχες» για ένα εισιτήριο στην οδού Κυκλάδων ξεκίνησαν τότε και διήρκεσαν όλα τα χρόνια έως την τελευταία παράσταση που ο Λευτέρης Βογιατζής ανέβασε στο θέατρό του. Από το 1982 έως το 1987 που λειτούργησε «Η Σκηνή», ο Λευτέρης Βογιατζής σκηνοθέτησε και έπαιξε στα έργα: «Η Σπασμένη στάμνα» του Χ. φον Κλάιστ (σε συσσκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου), «Οι Αγροίκοι» του Κ. Γκολντόνι, «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Α. Γκριμπογιέντοφ, «Σε φιλώ στη μούρη...» του Γ. Διαλεγμένου, για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας Κάρολου Κουν για την περίοδο 1986-87.

Παραστάσεις

«Η Σκηνή» το 1988 διαλύθηκε. Τότε γεννήθηκε το αποκλειστικά δικό του δημιούργημα, η «Νέα Σκηνή», όπου με τη συμμετοχή νέων ηθοποιών, ο Λευτέρης Βογιατζής (ως σκηνοθέτης και ηθοποιός) παρουσίασε συστηματικά έργα που καλύπτουν το τρίπτυχο: κλασικό έργο, σύγχρονο έργο αιχμής και νεοελληνικό έργο. Σκηνοθέτησε και έπαιξε στις παραστάσεις: Αλησμόνητος «Θείος Βάνιας» του Αν. Τσέχοφ (1989), μοναδικός Φος στο «Ρίτερ, Ντένε, Φος» του Τ. Μπέρνχαρντ (1991, για πρώτη φορά στην Ελλάδα).
Παράλληλα, το 1989, ιδρύει το Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος, απ' όπου αποφοίτησαν (1991) δώδεκα μαθητές, ύστερα από τριετή εντατική φοίτηση. Είναι η απαρχή της ενασχόλησής του με το αρχαίο ελληνικό δράμα. Ξεκινάει το 1992 σκηνοθετώντας την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Με τους μαθητές του εργαστηρίου, συνεχίζει τη διερεύνησή του στον ελληνικό ποιητικό λόγο και την «παιδική ηλικία του θεάτρου», ανεβάζοντας, έξοχα, την αναγεννησιακή κρητική κωμωδία «Κατσούρμπος», του Γ. Χορτάτση.
Επιστρέφοντας στους επαγγελματίες ηθοποιούς, το 1995, παρουσιάζει την κωμωδία των Δ. Κεχαΐδη - Ελ. Χαβιαρά, «Με δύναμη από την Κηφισιά» (1995). Ακολουθεί ο «Μισάνθρωπος» του Μολιέρου (1996), όπου υποδύεται υπέροχα τον Αλσέστ. Το ίδιο καλοκαίρι ερμηνεύει έναν αφελή Μενέλαο στην «Ελένη» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γ. Χουβαρδά, στην πρώτη του εμφάνιση στην Επίδαυρο. Για τη «Νύχτα της κουκουβάγιας» του Γ. Διαλεγμένου (1998), τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας «Φώτος Πολίτης» και το βραβείο «Κάρολου Κουν», βραβείο της «Ενωσης Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών».
Η σκηνοθεσία των «Περσών» του Αισχύλου για το Εθνικό Θέατρο τον έφερε για πρώτη φορά ως σκηνοθέτη στο αργολικό θέατρο (1999). Την επόμενη χρονιά σκηνοθέτησε και έπαιξε στο έργο του Χάρολντ Πίντερ, «Τέφρα και σκιά». Το 2001 αποτελεί σημαδιακή χρονιά: ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα Σάρα Κέιν, το «Καθαροί πια», μια παράσταση-εμπειρία που δύσκολα την ξεχνά όποιος την έχει δει και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία (Ροές).
Το καινούργιο νεοελληνικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη «Σ' εσάς που με ακούτε» (2003) ακολουθεί κι ύστερα (για δεύτερη φορά) Σάρα Κέιν στο «Λαχταρώ», όπου, όπως πάντα, παίζει και σκηνοθετεί στο «θέατρο της Οδού Κυκλάδων». Ο ιδανικός Αρνόλφος στο «Το Σχολείο των γυναικών» του Μολιέρου (2004) δίνει τη θέση του στον Ιωνα, στο καινούργιο έργο του Γιώργου Διαλεγμένου, το «Bella Venezia» (2005). Και για το έργο αυτό απέσπασε το βραβείο «Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής, Κάρολος Κουν».

Ρεσιτάλ ερμηνείας
Το 2007, σε συνεργασία με τον Γ. Σκεύα, ανεβάζει και πρωταγωνιστεί στην «Ημερη» του Φ. Ντοστογιέφσκι. Στο «Υστατο σήμερα» του Χ. Μπάρκερ δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας (2009-2010), ενώ με τη σκηνοθεσία του χαρίζει στον «Τόκο» του Δ. Δημητριάδη άλλον αέρα (Φεστιβάλ Αθηνών, 2010). Το «Θερμοκήπιο» του Χ. Πίντερ (2011-2012) έμελλε να είναι η τελευταία του παράσταση και η ωριμότερη ερμηνεία του στο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων». Φέτος την άνοιξη επρόκειτο να την παρουσιάσει ξαναδουλεμένη και με νέα διανομή. Δεν πρόλαβε. Οπως δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει ένα ακόμη όνειρό του: να ανεβάσει τον «Οιδίποδα Τύραννο», τον οποίο προετοίμαζε...

Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Η απαρχή της ενασχόλησης του Λευτέρη Βογιατζή με το αρχαίο δράμα ήταν το 1992, σκηνοθετώντας την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Μια «Αντιγόνη» κλειστού χώρου, όπου κυριάρχησε «η ένταση του τραγικού ψιθύρου». Το 2006 έκλεισε το Φεστιβάλ Επιδαύρου με τη νέα του πρόταση πάνω στην «Αντιγόνη» (και το αρχαίο δράμα), ενώ το καλοκαίρι του 2007 η παράσταση άνοιξε το ίδιο Φεστιβάλ. Η «Αντιγόνη» είχε προσκληθεί στα φεστιβάλ «Festwochen» της Βιέννης, «Les nuits de la Fourviere» της Λυών και το «Festival d' Automne» στο Παρίσι.

Γράφει η Αντιγόνη Καράλη
ΕΘΝΟΣ
3/5/2013








Πέθανε ο σπουδαίος θεατράνθρωπος Λευτέρης Βογιατζής

Τεράστια απώλεια για τον ελληνικό πολιτισμό

Την τελευταία του πνοή άφησε το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης ο γνωστός σκηνοθέτης Λευτέρης Βογιατζής, ύστερα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο.
Το τελευταίο διάστημα, η κατάσταση της υγείας του Λευτέρη Βογιατζή είχε βελτιωθεί και ο  σκηνοθέτης ετοίμαζε τη νέα του παράσταση. Θα ανέβαζε στο Φεστιβάλ Αθηνών τον «Οιδίποδα

Ο υπηρέτης της τελειότητας


Ήταν μια τέτοια ζεστή μέρα, πέρυσι το καλοκαίρι, όταν το κοινό, όρθιο χειροκροτούσε, για δέκα ολόκληρα λεπτά, με τη μεγαλύτερη αγάπη που του είχε δείξει ποτέ, τον Λευτέρη Βογιατζή.


Ήταν αμέσως μετά το τέλος της παράστασης “Αμφιτρύων”, ένα υποδειγματικό μάθημα θεάτρου, μια ονειρική περιήγηση στο ατελεύτητο ταξίδι ρόλων που κάνει ο εκ φύσεως σχιζοφρενής θεατράνθρωπος-κάτι που ήξερε και είχε ζήσει ο Βογιατζής μέχρι τα μύχια του.


Ήταν δε τέτοια η δύναμη της παράστασης, που το κοινό αποχωρούσε με δάκρυα στα μάτια-ίσως και γιατί κατά βάθος ήξερε πως, ασυνείδητα έστω, αποχαιρετούσε τον μεγάλο δημιουργό. Γιατί δεν είναι υπερβολή να πούμε οτι ο Λευτέρης Βογιατζής, ένας από τους σπουδαιότερους αν οχι ο σπουδαιότερος-κατά τη γνώμη μου-σκηνοθέτης του καιρού του δεν έφτιαχνε μόνο θεατρικούς κόσμους αλλά ανασκάλευε βαθύτερα στο τι είναι τέλος πάντων αυτό το βάσανο που κάνει τον άνθρωπο να καταθέσει στη σκηνή κομμάτι από την ψυχή του. Και ο Λευτέρης Βογιατζής το κατέθετε ως ηθοποιός και κυρίως ως σκηνοθέτης-κυριολεκτικά.


Στο “Καθαροί Πια”, σε αυτήν την εκπληκτική παράσταση της Σάρα Κέιν που είχε ανεβάσει το 2001, ένιωθες τις χαίνουσες πληγές της ψυχής να πονάνε βαθιά, κατά τη διάρκεια της παράστασης, όσο βαθιά και αν ήταν κρυμμένες, να αποκαλύπτεται ένα κομμάτι αθωότητας που είχε χαθεί ανεπιστρεπτί μέσα από τις λέξεις που έκοβαν σαν μαχαίρι, να αναφαίνεται το φως δίπλα στα ανείπωτα σκοτάδια. Και όλα αυτά με μια ακρίβεια χειρουργική που μόνο ο Βογιατζής ήξερε να δίνει στις παραστάσεις του-αποτέλεσμα μιας εξοντωτικής διαδικασίας και μιας τελειομανίας που δεν σταματούσε ποτέ.


Οι ηθοποιοί μπορεί να βασανίζονταν δίπλα του αλλά και κατέθεταν τους σπουδαιότερους ρόλους της καριέρας τους-στα χέρια του αποκαλύφθηκαν με τον καλύτερο τρόπο οι Δημήτρης Ήμελλος, Εύη Σαουλίδου,Νίκος Κουρής, Γιάννος Περλέγκας .Όλοι είχαν κάτι να πάρουν από τον χαρισματικό σκηνοθέτη που δεν τον ενδιέφεραν ποτέ οι δημόσιες σχέσεις ή η δημοσιότητα: ήταν απόλυτα απορροφημένος από τη διαδικασία της ανακάλυψης που είχε στο μυαλό του που πολλές φορές τον έκανε σχεδόν μονήρη, σχεδόν ιερατικά αφοσιωμένο. “Αυτή η διαδικασία της ανακάλυψης”, όπως δήλωνε τότε απο-καλύπτοντας την εμμονή του στη Lifo. “Σε ενδιαφέρει να δεις πού βρίσκεσαι, τι κάνεις, τι κάνουν οι άλλοι. Να αποκτήσεις αυτή την ευχαρίστηση που είναι μια πολύ μυστήρια έννοια, εφόσον μπορεί να τη νιώθουν και οι ατάλαντοι. Τι σημαίνει, όμως, ευχαρίστηση; Το ότι μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε; Όμως όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε - και τότε ακριβώς είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Αλλιώς, είμαστε ασύδοτοι”

Ο έλεγχος εξάλλου ήταν κάτι που τον απασχολούσε πάντα-δεν ήθελε να του ξεφεύγει κάποια λεπτομέρεια που να ήταν εις βάρος του έργου γι'αυτό και καταπιανόταν πάντα σε βάθος, ξανά και ξανά, με αγαπημένα του κείμενα. Η αγάπη του για τη Σάρα Κέιν είχε ως αποτέλεσμα τις αριστουργηματικές παραστάσεις “Καθαροί Πια” και “Crave” ενώ στον κινηματογράφο ξεχώρισε για τις συνεργασίες του με τον Νίκο Παναγιωτόπουλος που ήταν και στενός του φίλος (“Τα οπωροφόρα της Αθήνας”, “Αθήνα-Κωνσταντινούπολη”, “Η γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα”, “Βαριετέ”, “Μελόδραμα”).

Πάντα επέμενε στους ίδιους ανθρώπους, όπως στη φίλη του Λούλα Αναγνωστάκη και είχε όραμα για το νεοελληνικό θέατρο: πίστευε οτι έχει μια δύναμη εγγενή που δεν χρειάζεται να δανείζεται από ξένες παραστάσεις και αλλότριους τρόπους. Άλλωστε ο Λευτέρης Βογιατζής, σε αντίθεση με άλλους σκηνοθέτες, δεν ξεπατίκωνε, ούτε ζήλευε τις νέες μόδες. Αυτό, ωστόσο, δεν σήμαινε οτι δεν παρέμενε αθεράπευτα καινοφανής: κάτι τέτοιο φάνηκε και στον τρόπο που προσέγγισε το έργο του Γιώργου Διαλεγμένου.

Γνώριζε επίσης σε βάθος την Αρχαία Τραγωδία αφού ξεκίνησε ως διδάσκαλος της ενώ το καλοκαίρι ετοιμαζόταν να ανεβάσει “Οιδίποδα Τύραννο” στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Δεν πρόλαβε. Αυτό, ωστόσο, που πρόλαβε είναι να πιάσει πρώτη θέση στην παρέα των παντοτινών δημιουργών, να εμβαπτιστεί στον Λόγο και στο Υποκριτικό Σθένος και να μας εκπολιτίσει-με την απόλυτη έννοια της λέξης. Κι αυτή η παρηγοριά, τις βάρβαρες εποχές που ζούμε, αρκεί.  

http://img.protothema.gr/A860D2BBA8173137188ECFF3FD6D3038.jpg

Το βιογραφικό του Λευτέρη Βογιατζή

Ο Λευτέρης Βογιατζής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945.

Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρακολούθησε για δύο χρόνια το Ράινχαρτ Σεμινάρ στη Βιέννη και τελείωσε τη Σχολή Κ. Μιχαηλίδη στην Αθήνα.

Στο θέατρο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1973, στον ρόλο της Γιαγιάς, στον Κυριακάτικο Περίπατο, σε σκηνοθεσία Γ. Μιχαηλίδη.

Ακολούθησαν συνεργασίες με τον Σπύρο Ευαγγελάτο, και αργότερα με  την Ελεύθερη Σκηνή, σε μια προσπάθεια ανανέωσης του επιθεωρησιακού κώδικα, καθώς και με  την Έλλη Λαμπέτη, Σάρα (Children of a Lesser God).

Τα χρόνια αυτά, έπαιξε πολλούς ρόλους του κλασικού κυρίως ρεπερτορίου, μεταξύ άλλων:
τον Άλφρεντ, στις Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης, τη επώνυμη ηρωίδα στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη, τον Ευρυπίδη στους Βατράχους, τον Ταρτούφο, στον Ταρτούφο, του Μολιέρου κ.ά.

Το 1981 ίδρυσε την Εταιρεία Θεάτρου Η ΣΚΗΝΗ με τη συνεργασία έξι ακόμα ηθοποιών.

Από το 1982 ώς το 1987 που λειτούργησε η  ΣΚΗΝΗ, ο Λ.Β. σκηνοθέτησε και έπαιξε στα έργα:
Η Σπασμένη στάμνα, του Χ. φον Κλάιστ (Δικαστής Αδάμ, σε συσκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου), Οι Αγροίκοι, του Κάρλο Γκολντόνι (Λουνάρντο), Συμφορά από το πολύ μυαλό, του Α. Γκριμπογιέντοφ (Φάμουσοφ), Σε φιλώ στη μούρη... σύγχρονο ελληνικό έργο του Γ. Διαλεγμένου (Μήτσος), για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας Κάρολου Κουν για την περίοδο 1986-87.

Το 1988 ίδρυσε τη νέα ΣΚΗΝΗ, όπου με τη συμμετοχή νέων ηθοποιών, παρουσίασε συστηματικά έργα που καλύπτουν το τρίπτυχο: κλασικό έργο, σύγχρονο έργο αιχμής και νεοελληνικό έργο.

Σκηνοθέτησε και έπαιξε στις παραστάσεις: Θείος Βάνιας, του Άντον Τσέχωφ (Βάνιας),1989, Ρίττερ, Ντένε, Φος του Τόμας Μπέρνχαρντ (Φος), 1991 (για πρώτη φορά στην Ελλάδα).

Παράλληλα, το 1989, ιδρύει το Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος, απ' όπου αποφοίτησαν (1991) δώδεκα μαθητές, ύστερα από τριετή εντατική φοίτηση.

Είναι η απαρχή της ενασχόλησής του με το αρχαίο ελληνικό δράμα. Ξεκινάει το 1992 σκηνοθετώντας την Αντιγόνη του Σοφοκλή. Μια Αντιγόνη κλειστού χώρου, όπου κυριάρχησε «η ένταση του τραγικού
ψιθύρου».

Με τους μαθητές του εργαστηρίου, συνεχίζει τη διερεύνησή του στον ελληνικό ποιητικό λόγο και την «παιδική ηλικία του θεάτρου», ανεβάζοντας αυτή τη φορά την αναγεννησιακή κρητική κωμωδία Κατσούρμπος, του Γ. Χορτάτζη.

Επιστρέφοντας στους επαγγελματίες ηθοποιούς, το 1995, ανεβάζει ένα ακόμα σύγχρονο ελληνικό έργο, τη σατιρική κωμωδία των Δημήτρη Κεχαΐδη - Ελένης Χαβιαρά,  Με δύναμη από την Κηφισιά, 1995.

Ακολουθεί ο Μισάνθρωπος, του Μολιέρου, 1996, όπου παίζει τον Αλσέστ.

Το ίδιο καλοκαίρι παίζει στην Ελένη, του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γ. Χουβαρδά, στην Επίδαυρο
(Μενέλαος).

Το 1998, δεύτερο έργο του Γιώργου Διαλεγμένου, Η νύχτα της κουκουβάγιας (Ίων). Για την παράσταση αυτή τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας "Φώτος Πολίτης", και το βραβείο Κάρολου Κουν, βραβείο της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών.

Το 1999 σκηνοθέτησε τους Πέρσες του Αισχύλου για το Εθνικό Θέατρο στο Θέατρο της Επιδαύρου.

Το 2000 σκηνοθέτησε και έπαιξε στο έργο του Χάρολντ Πίντερ, Τέφρα και σκιά (Ντέβλιν).

Το 2001 ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα Σάρα Κέην, (Cleansed) Καθαροί πια, μια μεγάλη επιτυχία, όπου παίζει τον Τίνκερ.

Το 2003, καινούριο νεοελληνικό έργο, της Λούλας Αναγνωστάκη, Σ' εσάς που με ακούτε (Χανς) και για δεύτερη φορά Σάρα Κέην το Crave (Λαχταρώ), στο οποίο παίζει τον (Α).

Το 2004, ένας δεύτερος Μολιέρος, Το Σχολείο των γυναικών  (Αρνόλφος).

Το 2005 σκηνοθέτησε και έπαιξε (Ίων) σ' ένα ακόμα καινούριο έργο του Γιώργου Διαλεγμένου, το Bella Venezia. Και για το έργο αυτό του Γ. Διαλεγμένου απέσπασε το βραβείο Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής, Κάρολος Κουν.

Το 2006 έκλεισε το Φεστιβάλ Επιδαύρου με την νέα του παράσταση της Αντιγόνης του Σοφοκλή, ενώ το καλοκαίρι του 2007 η παράσταση άνοιξε, αυτή τη φορά, το ίδιο Φεστιβάλ.

Η Αντιγόνη έχει προσκληθεί στα φεστιβάλ Festwochen της Βιέννης, Les nuits de la Fourviere, της Λυών και το Festival d' Automne στο Παρίσι.

Το 2007, σε συνεργασία με τον Γ. Σκεύα, ανέβασε και έπαιξε στην Ήμερη, του Φ. Ντοστογιέφσκι.

Ο Λευτέρης Βογιατζής είχε παίξει σε και σε αρκετές ταινίες Ελλήνων σκηνοθετών.





Τίνα Μανδηλαρά
Πρώτο ΘΕΜΑ
2/5/2013




«Εφυγε» ο μεγάλος σκηνοθέτης Λευτέρης Βογιατζής - Οι σταθμοί της ζωής του

«Εφυγε» ο μεγάλος σκηνοθέτης Λευτέρης Βογιατζής - Οι σταθμοί της ζωής του 

Φτωχότερο είναι από σήμερα το ελληνικό θέατρο καθώς νωρίς το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 68 ετών ο μεγάλος θεατρικός σκηνοθέτης και ηθοποιός Λευτέρης Βογιατζής.

Μεγάλος δάσκαλος, μέντορας πολλών μεγάλων Ελλήνων ηθοποιών, οι οποίοι μιλώντας για αυτόν τον χαρακτήριζαν από τη μια πλευρά αξιαγάπητο, από την άλλη δύσκολο και απαιτητικό. Αλλά και ασυμβίβαστο.

Καταξιωμένος καλλιτέχνης με 35ή θητεία στο ελληνικό θέατρο, ο Λευτέρης Βογιατζής διέθετε ένα από τα πλουσιότερα και πιο ζηλευτά βιογραφικά στο χώρο του.

Γεννημένος το 1945 στην Αθήνα, σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ στη συνέχεια «μετανάστευσε» στη Βιέννη, όπου παρακολούθησε για δύο χρόνια το «Ράινχαρτ Σεμινάρ». Επιστρέφοντας στην Αθήνα συνέχισε τις θεατρικές σπουδές του στη σχολή του Μιχαηλίδη.

«Μικρός ήμουν το καλό παιδί στην οικογένεια, από σύμβαση. Κλειστός, εσωστρεφής. Ήταν σαν να είχα ένα σύννεφο μπροστά μου. Είχα ανάγκη να διαλυθεί. Όταν ασχολήθηκα με το θέατρο κατάλαβα ότι η μεγαλύτερη ευκολία είναι η ιδιάζουσα σκηνική συμπεριφορά, γιατί αρέσει. Πρέπει όμως να είναι μεγάλου βεληνεκούς ο καλλιτέχνης για να είναι το ιδιάζον, κάτι πραγματικά ξεχωριστό. Καλύτερα λοιπόν να το σβήσεις, να αρχίσεις από την αρχή και να προσπαθήσεις να είσαι κανονικός. Μεγάλη λέξη. Τι είναι το κανονικός; Ξέρω 'γω; Κανονικός. Αυτό», είχε πει σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Καθημερινή.

Το 1973 κάνει την παρθενική του εμφάνιση στο θέατρο, στο έργο «Κυριακάτικος Πείιπατος» σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη. Πρώτος του ρόλος, αυτός της «Γιαγιάς».

Ακολούθησαν συνεργασίες με τον Σπύρο Ευαγγελάτο, και αργότερα με την Ελεύθερη Σκηνή, αλλά και με την Ελλη Λαμπέτη, παίζοντας ρόλους του κλασικού κυρίως ρεπερτορίου. Μερικοί από αυτούς είναι οι ακόλουθοι:

    του «Αλφρεντ» στις «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης»,
    της «Λυσιστράτης» στην ομώνυμη κωμωδία του Αριστοφάνη,
    του «Ευρυπίδη» στους Βατράχους,
    αλλά και του «Ταρτούφου» στο ομώνυμο έργο του Μολιέρου.

Επόμενος σταθμός στη σπουδαία καριέρα του το 1981 όταν και ιδρύει την εταιρεία θεάτρου «Η Σκηνή», σε συνεργασία με έξι ακόμη ηθοποιούς. Η εταιρεία ξεκινά την πορεία της την επόμενη χρονιά και μέχρι το 1987 όταν και σταμάτησε σκηνοθετεί και παίζει στα εξής έργα:

    «Η Σπασμένη στάμνα», του Χ. φον Κλάιστ, σε συσκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου, όπου παίζει τον «Δικαστή Αδάμ»,
    Οι Αγροίκοι, του Κάρλο Γκολντόνι (παίζει το ρόλο του Λουνάρντο),
    «Συμφορά από το πολύ μυαλό», του Α. Γκριμπογιέντοφ (παίζει το ρόλο του Φάμουσοφ),
    «Σε φιλώ στη μούρη...»,  σύγχρονο ελληνικό έργο του Γιώργου Διαλεγμένου (όπου παίζει τον Μήτσο)

Για το τελευταίο έργο τιμήθηκε με το βραβεί σκηνοθεσίας Κάρολου Κουν για την περίοδο 1986-87.

Ενα χρόνο αργότερα, το 1988 ιδρύει τη «Νέα Σκηνή», μέσω της οποίας και με τη συμμετοχή των νέων ηθοποιών παρουσιάζει συστηματικά έργα που καλύπτουν το τρίπτυχο: κλασικό έργο, σύγχρονο έργο αιχμής και νεοελληνικό έργο. Συγκεκριμένα, σκηνοθέτησε και ανέβασε τις εξής παραστάσεις:

Θείος Βάνιας, του Άντον Τσέχωφ (Βάνιας),1989, Ρίττερ, Ντένε, Φος του Τόμας Μπέρνχαρντ (Φος), 1991 (για πρώτη φορά στην Ελλάδα).

Ενα χρόνο αργότερα κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα: Ιδρύει το Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος, απ' όπου αποφοίτησαν (1991) δώδεκα μαθητές, ύστερα από τριετή εντατική φοίτηση.

Η ίδρυση της σχολής αυτής αποτελεί την πρώτη του ουσιαστική ενασχόληση με το αρχαίο δράμα, με το οποίο ασχολήθηκε συστηματικά μέχρι πρόσφατα.

Το 1992 σκηνοθετεί την Αντιγόνη του Σοφοκλή, ενώ στη συνέχεια την αναγεννησιακή κρητική κωμωδία Κατσούρμπος, του Γεώργιου Χορτάτζη, στην οποία συμμέτεχουν οι μαθητές του.

Επόμενα χτυπήματα του Λευτέρη Βογιατζή το 1995 και το 1996, όταν ανεβάζει τη σατιρική κωμωδία των Δημήτρη Κεχαΐδη - Ελένης Χαβιαρά, «Με δύναμη από την Κηφισιά»  και τον «Μισάνθρωπο», του Μολιέρου, 1996, αντίστοιχα. Στο τελευταίο έργο παίζει και ο ίδιος. Σε αυτό το έργο κρατά το ρόλο του «Αλσέστ».

Το ίδιο καλοκαίρι συμμετέχει στην «Ελένη», του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιώργου Χουβαρδά, όπου κρατά το ρόλο του «Μενέλαου».

Αλλος μεγάλος σταθμός στην καριέρα του το 1998 όταν σκηνοθετεί την παράσταση «Η νύχτα της κουκουβάγιας» του Γιώργου Διαλεγμένου (κρατά και τον ρόλο του «Ιωάνα»), παράσταση για την οποία τιμήθηκε διπλά, τόσο με το βραβείο σκηνοθεσίας «Φώτος Πολίτης», και το βραβείο Κάρολου Κουν, βραβείο που απονέμει η Ενωσης Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών.

Ακολούθως, σκηνοθετεί τους Πέρσες του Αισχύλου το 199 για το Εθνικό Θέατρο στο Θέατρο της Επιδαύρου, το 200 σκηνοθετεί και παίζει στο έργο του Χάρολντ Πίντερ, Τέφρα και σκιά (Ντέβλιν), το 2001ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα Σάρα Κέην, (Cleansed) «Καθαροί πια», μια μεγάλη επιτυχία, όπου παίζει τον «Τίνκερ».  Το 2003, το καινούριο νεοελληνικό έργο, της Λούλας Αναγνωστάκη, «Σ' εσάς που με ακούτε», παίζοντας τον Χανς. Την ίδια χρονιά ανεβάζει την παράσταση της Σάρα Κέην Crave, «Λαχταρώ», στην οποία έπαιξε τον «Α».Το 2004, ανεβάζει Μολιέρο, «Το Σχολείο των γυναικών», όπου έπαιξε τον «Αρνόλφος».

Το 2005 σκηνοθέτησε και έπαιξε (Ίων) σ' ένα ακόμα καινούριο έργο του Γιώργου Διαλεγμένου, το «Bella Venezia», έργο για το οποίο΄ απέσπασε το βραβείο Κριτικών Θεάτρουκαι Μουσικής, Κάρολος Κουν.

Το 2006 έκλεισε το Φεστιβάλ Επιδαύρου με την νέα του παράσταση της Αντιγόνης του Σοφοκλή, ενώ το καλοκαίρι του 2007 η παράσταση άνοιξε, αυτή τη φορά, το ίδιο Φεστιβάλ.

Η Αντιγόνη έχει προσκληθεί στα φεστιβάλ Festwochen της Βιέννης, Les nuits de la Fourviere, της Λυών και το Festival d' Automne στο Παρίσι. Το 2007, σε συνεργασία με τον Γ. Σκεύα, ανέβασε και έπαιξε στην Ήμερη, του Φ. Ντοστογιέφσκι.

Στον κινηματογράφο συμμετέχει σχεδόν αποκλειστικά στις ταινίες του Νίκου Παναγιωτόπουλου, με τον οποίο τον συνέδεε μία μεγάλη φιλία («Τα οπωροφόρα της Αθήνας», «Αθήνα- Κωνσταντινούπολη», «Beautiful people», «Ονειρεύομαι τους φίλους μου», «Η γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα», «Βαριετέ», «Μελόδραμα»).

Η τελευταία του παράσταση...

Με το χέρι στην καρδιά και βαθιά συγκινημένος, ο Λευτέρης Βογιατζής υποκλίθηκε τον Αύγουστο- μπροστά στο όρθιο κοινό της Επιδαύρου που χειροκροτούσε με ενθουσιασμό, θέρμη και ευγνωμοσύνη έναν άνθρωπο που έχει αφιερώσει τη ζωή του στο θέατρο- μετά το τέλος της πρεμιέρας του Μολιερικού «Αμφιτρύωνα», που έμελλε να είναι και το τελευταίο έργο που σκηνοθέτησε.

Η πρεμιέρα που δεν έγινε


Τον Απρίλιο θα επανερχόταν στη σκηνή του θεάτρου της οδού Κυκλάδων με το «Θερμοκήπιο» του Πίντερ, με ανανεωμένο καστ και τον ίδιο να ερμηνεύει τον ρόλο του Ρουτ. Η πρεμιέρα είχε προγραμματιστεί για τις 8 Απριλίου αλλά λόγω αδιαθεσίας του ηθοποιού ακυρώθηκαν οι παραστάσεις.

«Τα έργα που κάνω είναι σαν να μην έχουν τελειώσει»

«Λειτουργεί μια περίεργη συμμαχία κάθε φορά, γίνεται μια αλληλεπίδραση. Ο συγγραφέας σε κάνει να ανακαλύψεις πράγματα για τον εαυτό σου και μετά περπατάς πάνω στα δικά σου χνάρια, τα οποία όπως παραδέχθηκες χάρη σ΄ αυτόν. Τα έργα που κάνω είναι σαν να έχουν τελειώσει. Δεν έχω και καλή μνήμη» είχε δηλώσει στο παρελθόν σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Το Βήμα».

«Δεν υπάρχει τελειομανία. Η τελειομανία είναι κάτι στείρο...Η λεπτομέρεια είναι η ραχοκοκαλιά. Χωρίς τη λεπτομέρεια, το επίκεντρο, η βάση, δεν αποκτά φως. Το ένα είναι βοηθός του άλλου. Κάποτε μπορεί να έλεγα ασχολούμαι με λεπτομέρειες και χάνω την ουσία. Δεν υπάρχει αυτό. Σημασία έχει ο τρόπος που ασχολείσαι με ό,τι ασχολείσαι. Και όχι μια γενική εντύπωση του τι είναι σωστό και τι είναι καλό. Αυτά δεν ισχύουν στη δημιουργία ούτε στη διδασκαλία. Κάνουν κακό. Τα παιδιά συνηθίζουν σε μια ομαδοποίηση και όχι στην ατομικότητα. Κι εννοώ την ατομικότητα που δεν διαθέτει την έπαρση του "εγώ είμαι και κανείς άλλος δεν είναι". Αντιθέτως. Δεν πρέπει να τονίζεται, αλλά να γίνεται. Και για να γίνει, θέλει ταλέντο...», προσθέτει στην ίδια συνέντευξη.


 iefimerida





Λευτέρης Βογιατζής: «Με άφησαν ήσυχο γιατί δεν ήμουνα ποτέ επικίνδυνος»

Επίδαυρος - Μολιέρος - Βογιατζής. Μια ευτυχής συγκυρία το φετινό καυτό και «άνυδρο» καλοκαίρι, με τις ευλογίες του Εθνικού Θεάτρου. Ο «Αμφιτρύωνας» είναι μια παράσταση που λάμπει σε κάθε σταθμό της περιοδείας της. Με έναν Λευτέρη Βογιατζή ώριμο και οξυδερκή, πανταχού παρόντα παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με την υγεία του. Τα οποία, προς τιμήν του, δεν απέκρυψε από την πρώτη στιγμή, ούτε τα άφησε να σταθούν εμπόδιο στον δρόμο του. Τον συνάντησα στο σπίτι του στα Εξάρχεια. Πάντα με την αγωνία για το αποτέλεσμα στο μάτι, πάντα με εκείνο το ύφος του μικρού παιδιού που μισοντρέπεται, αλλά κάνει στο τέλος αυτό που θέλει. Είμαι μεγάλη θαυμάστριά του και το ξέρει. Όμως ποτέ, ούτε σε μια παράσταση ούτε σε μια συζήτηση μαζί του, δεν επέτρεψε αυτό να επηρεάσει την κρίση μου. Αυτός είναι ο Βογιατζής. Εκτός όλων των άλλων, ένας από τους πιο ευθείς και ειλικρινείς ανθρώπους στο ελληνικό θέατρο.

Πώς κατάφερες να κάνεις σύγχρονο ένα έργο με μυθολογικό θέμα, γραμμένο το 1668, μετα­τρέποντας τα στοιχεία της φάρσας σε σκοτεινή ειρωνεία;
Δεν με απασχολεί ποτέ πώς να κάνω σύγχρονο ένα έργο. Δεν το κάνει κανείς σύγχρονο, είτε είναι από μόνο του είτε όχι. Γι’ αυτό και πολλά έργα που «εκσυγχρονίζονται» δεν βλέπονται. Εμένα με απασχολεί πώς να το ζωντανέψω. Ο Μολιέρος είναι πολύ μεγάλος συγγραφέας, αλλά και πολύ παρεξηγημένος, διότι οι μεταφράσεις του υπήρξαν πολύ συμβατικές. Ο ίδιος ήθελε να γίνει τραγικός συγγραφέας και δεν το πέτυχε. Έτσι, όλη αυτή η σκοτεινιά είναι διάχυτη στα έργα του, ακόμα και στις νεανικές φάρσες. Αυτή τη σκοτεινιά προσπάθησα να αναδείξω και στον «Μισάνθρωπο» και στο «Σχολείο Γυναικών» και στον «Αμφιτρύωνα».

Η παράστασή σου είναι ένα σαρκαστικό σχόλιο για τον αμοραλισμό της εξουσίας.
Πρόκειται για ένα πολύ σκληρό έργο. Οι δύο θεοί δίνουν τα χέρια και συμφωνούν σε μια εξαπάτηση. Η φάρσα δεν με απασχόλησε καθόλου. Ο κόσμος γελάει στην παράσταση επει­δή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, όπως γελάει κανείς όταν αναγνωρίζει κάτι.

Τι έχεις να πεις για όσους σας κατηγόρησαν ότι υπογράψατε την επιστολή υπέρ του Λούκου επειδή σας έχει δώσει δουλειές;
Πρόκειται περί μικροπρέπειας. Ποτέ δεν ζήτησα δουλειά από το Φεστιβάλ, ούτε πριν ούτε μετά τον Λούκο. Στα 6 χρόνια της διεύθυνσής του σκηνοθέτησα μία και μοναδική παράστα­ση, την «Αντιγόνη». Δέχτηκα να το κάνω γιατί είχα εμπιστοσύνη σε όλο το σχέδιο, το οποίο έβρισκα πολύ ανανεωτικό.

Γιατί δεν έκανες κι άλλες παραστάσεις στο Φεστιβάλ;
Γιατί δεν είχα κάτι να πω. Δεν υπάρχει πάντα λόγος να συνεργάζεσαι. Όταν κάτι δεν σου τραβάει τόσο πολύ την προσοχή ώστε να ασχοληθείς, γιατί να το κάνεις; Θα μπορούσα να συνεργάζομαι κάθε χρόνο, όμως για μένα δεν έχει νόημα. Δεν ανήκω σ’ αυτούς που θέλουν κάθε χρόνο να πηγαίνουν στην Επίδαυρο.

Για ποιο λόγο πιστεύεις ότι ο Λούκος θα έπρεπε να παραμείνει;
Δεν έχει σημασία τι πιστεύω εγώ. Το θέμα είναι ότι πήγε να γίνει κάτι στην Ελλάδα, το οποίο ήταν μια όαση. Κι όπως πάντα στην Ελλάδα πετούν μια χειροβομβίδα και καταστρέφουν τις οάσεις. Το Φεστιβάλ είναι το μόνο που έχει να παρουσιάσει η χώρα τα τελευταία χρόνια και μπορεί να καταστραφεί για κομματικούς λόγους. Το καταπληκτικό είναι ότι με τον ίδιο τον Λούκο δεν έγινε το ίδιο, αφού δεν ήταν παρατρεχάμενος κανενός κόμματος. Όπως και ο εξαιρετικός Στέφανος Λαζαρίδης, που πέθανε εξαιτίας του τρόπου που του φέρθηκαν στη Λυρική Σκηνή.

Συνεργάστηκες με το Εθνικό, έναν κρατικό φορέα εν μέσω κρίσης. Είχες δυσκολίες;
Ήταν κουραστική η παράσταση επειδή είχα το πρόβλημα με την ασθένειά μου, και επειδή το σχέδιο άλλαξε πολλές φορές εξαιτίας περικοπών στο μπάτζετ. Το να σκοντάφτεις πάνω σε πραγματικότητες που εμποδίζουν την καλλιτεχνική δημιουργία είναι δεδομένο στην περίπτωση συνεργασίας με έναν κρατικό οργανισμό. Στη σημερινή κατάσταση νομίζω ότι όλοι θα έπρεπε να βοηθούν ακόμα κι αν δεν πληρώνονται κάθε υπερωρία. Και οι τεχνικοί επίσης, που ζουν από τη δικιά μας τη δουλειά. Δεν είναι ωραίο όλοι να υποφέρουμε εκτός από τους κρατικούς υπαλλήλους.

Είτε συνεργάζεσαι με κρατικούς φορείς είτε όχι, έχεις καταφέρει να σε αποδέχονται και οι μεταμοντέρνοι και οι λάτρεις του κλασικού. Πώς έγινε αυτό;
Μέσα μου δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο ζητούμενο. Απλώς κάνω αυτό που πιστεύω ότι πρέπει να κάνω για να ζωντανέψω ένα έργο. Και πάντα με άξονα τους ηθοποιούς, παρ’ όλη τη δυσκο­λία που υπάρχει, και παρόλο που όλα τείνουν να μινιμαλιστούν, όλα μπορούν να συμβούν, ακόμα και να ανεβάσεις Τσέχωφ με δύο ηθοποιούς…

Είσαι εναντίον αυτής της ανεξέλεγκτης τάσης;
Προς Θεού όχι. Είναι σαν να λέμε ότι θα έπρεπε να υπάρχει έλεγχος στην τέχνη. Μες στην πορεία των πραγμάτων είναι κι αυτό, το οποίο δεν είναι απίθανο να αναδείξει κάτι, όταν συμπέσει βέβαια με ένα ζητούμενο. Το οποίο βεβαίως η ίδια η χώρα θα φροντίσει να κατα­στρέψει.

Εσένα όμως δεν σε κατέστρεψε. Γιατί πιστεύεις ότι ξέφυγες;
Ίσως επειδή μένω πάντα σ’ αυτά που μ’ ενδιαφέρουν και δεν μπλέκομαι στα πόδια των άλλων. Δεν προσπάθησα ποτέ να κάνω κάποια κίνηση επιφανειακής ανοδικής πορείας, δεν πήγα στο εξωτερικό, δεν είχα ποτέ στον νου μου θέσεις και πόστα - μου προτάθηκαν πολύ νωρίς και αρνήθηκα. Άρα δεν ήμουν επικίνδυνος κι αυτό φαίνεται ότι με βοήθησε. Με άφησαν ήσυχο, αν και στοχοποιήθηκα συχνά από ανθρώπους του πνεύματος, και μάλιστα άδικα.

Σε πείραξε πολύ αυτό;
Όχι, όταν κατάλαβα ότι οι ίδιοι έχουν υμνήσει πράγματα πολύ χαμηλά.

Τώρα όμως σε παραδέχονται.
Μην το λες. Υπάρχουν νεότεροι σκηνοθέτες που δεν ξέρουν ποιος είμαι - ένας μου είπε κάποτε, με κάποιο είδος υπερηφάνειας, ότι δεν έχει δει ποτέ παράστασή μου. Υπάρχουν και οι άνθρωποι που έχουν ανάγκη τον εγωισμό τους, οι οποίοι με πολεμούν με νύχια και με δόντια. Αλλά γιατί όχι; Αφού όλα έτσι είναι στη φύση. Όμως τώρα πια έχω καταλάβει κάτι που δεν είχα καταλάβει παλιότερα. Ότι το να κάνεις ένα έργο που ξεκινάει ως κανονικό και απτό - ασχέτως στο πού καταλήγει - είναι πολύ πιο δύσκολο να γίνει κατανοητό. Σήμερα όλοι καταλαβαίνουν μια αποδομητική παράσταση. Εμένα για να με καταλάβουν απαιτείται μια προσπάθεια που είναι ξεχασμένη. Αυτά που κάνω θυμίζουν παλιά πράγματα, χωρίς να είναι βέβαια καθόλου παλιά.

Είπες πριν ότι έχεις δυσκολίες με τους ηθοποιούς σου. Γιατί;
Στο θέατρο κάνω διπλή δουλειά. Από τη μια είναι το έργο και από την άλλη οι ηθοποιοί. Γι’ αυτό και χρειάζομαι χρόνο κάθε φορά. Ψάχνω τι απασχολεί τον καθένα για να αποδώσει μια κίνηση, ένα συναίσθημα, ψάχνω τον τρόπο να τον κάνω να μη φοβάται να έχει προβλήματα. Τα παιδιά έχουν δυνατότητες. Αλλά το να κάνεις τέχνη χωρίς συγκέντρωση και ακρίβεια δεν νοείται. Υπάρχει στους ηθοποιούς μια αίσθηση που διακρίνει όλο τον ελληνικό λαό: μια φοβία μπροστά στην ίδια την ιδέα της συνεργασίας, μια αδυναμία επικοινωνίας, μια κρυψίνοια που μας κρατάει πίσω. Αυτό το θεωρώ συστημικό ελάττωμα του τόπου.

Συνδέεις αυτό που γίνεται πάνω στη σκηνή με αυτό που συμβαίνει στη ζωή μας;
Δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους κανόνες του θεάτρου και στους κανόνες της ζωής. Όπως η έκθεση του ηθοποιού είναι θεωρητική και κανένας δεν την τολμάει στ’ αλήθεια, έτσι και κανένας δεν εκτίθεται σ’ αυτή τη χώρα. Φοβόμαστε να έχουμε προβλήματα. Στην Ελλάδα δεν έχει προτεραιότητα η δουλειά μας, αλλά το πώς θα την προωθήσουμε, δηλαδή πώς θα την υπηρετήσουμε ώστε να μας υπηρετήσει. Όλοι κρατάμε «πισινές», δεν μαθαίνουμε να προηγείται μέσα μας η ανάγκη να έρθουμε σε επικοινωνία με τον εαυτό μας, να κάνουμε το παν για να μάθουμε κάτι για μας. Νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα, ενώ ξέρουμε μόνο «μαθη­μένα» πράγματα, δηλαδή τίποτα. Έξω υπάρχει περισσότερο θάρρος, οι άνθρωποι θέλουν να απολαμβάνουν αυτό που κάνουν, πράγμα που έχει σχέση και με το ερωτικό στοιχείο που στην Ελλάδα είναι επίσης άλλο ένα μεγάλο εμπόδιο εξαιτίας της ντροπής.

Υπάρχει κάποια «μέθοδος Βογιατζή» για να το πολεμάς αυτό στη σκηνή;
Ούτε γι’ αστείο. Δεν πιστεύω ούτε στους δασκάλους ούτε στις μεθόδους. Το να ζωντα­νεύεις κάτι έχει σχέση με τις δικές σου έρευνες, όχι με του δασκάλου. Γι’ αυτό δεν πήγα ποτέ σε σχολή σκηνοθεσίας. Επειδή όλοι οι καλλιτέχνες είναι αυτοδίδακτοι. Υπάρχουν κάποιοι βασικοί κανόνες που ανακάλυψα μέσα από την τριβή και τους λέω στους ηθο­ποιούς. Δεν είναι όμως κανόνες τού πώς να παίζεις. Είναι κανόνες τού πώς να διαθέτεις τον εαυτό σου. Έχει τεράστια διαφορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν διαθέτουν τον εαυτό τους. Τους λείπει αυτή η αθωότητα. Αν υπήρχε στην Ελλάδα, δεν θα είχαμε τα αποτελέσματα που έχουμε.

Τι εννοείς όταν λες «διαθέτω» τον εαυτό μου;
Με απασχολεί αυτό που απασχολεί και τους άλλους, ή μόνο εμένα, αλλά πάντα πάνω από μένα. Διαθέτω τον εαυτό μου, ώστε αυτό που με απασχολεί να αποκτήσει μορφή και νόημα, μέσα από το οποίο θα μπορέσω να αντιληφθώ τον ίδιο τον εαυτό μου. Είναι ένα πάρε - δώσε, που δημιουργεί την εμπειρία.

Γιατί αυτό δυσκολεύει πολύ όλους τους Έλληνες; Ποια είναι η πηγή του προβλήματος;
Είναι παμπάλαιο πρόβλημα. Ίσως γιατί, όταν συνέβαινε η Αναγέννηση, εμείς ήμασταν στις μάντρες. Το να αναζητάς την αιτία του προβλήματος σημαίνει ότι θες να το αλλά­ξεις. Κι εδώ δεν θέλουμε. Ή κάποιοι θέλουν, αλλά δεν έχουν τη δύναμη. Οι πολιτικοί, βέβαια, δεν θέλουν καμιά αλλαγή διότι δεν τους συμφέρει. Το χειρότερο από όλα είναι ότι κάνουν παιδιά που τα προορίζουν για την πολιτική. Πρόκειται για μια φωλιά κατα­σκευής ανθρώπων, οι οποίοι εκ των προτέρων προωθούνται για να γίνουν πλούσιοι.

Γιατί δεν έκανες έναν δικό σου σταθερό θίασο;
Διότι δεν έχω τα χρήματα. Είχαμε κάποτε έναν θίασο, την Ελεύθερη Σκηνή, το σχήμα απέτυχε, σκοντάψαμε στην πραγματικότητα. Αυτό που θα ήθελα πλέον είναι ένας μεγάλος χώρος, ένα τετράγωνο κουτί να το κάνω ό,τι θέλω. Αν ήμουνα στη Γαλλία θα το είχα εδώ και χρόνια. Τίποτε άλλο δεν θέλω. Όμως δεν ξέρω να ζητάω. Και το να μη ζητάς είναι έξω από τη σημερινή κοινωνία και τις συνηθισμένες διαδικασίες ύπαρξης. Δεν έχω μάθει να ζητάω, χρειάζεται πολύς κόπος.

Αποποιείσαι τον χαρακτηρισμό ότι κάνεις υψηλή τέχνη;
Τι πάει να πει υψηλή τέχνη; Μερικοί χωρίς καθόλου χιούμορ λένε ότι κάνουν ταγμένη ή τελετουργική τέχνη. Είναι πολύ αστείο. Δεν μου περνάει καν από τον νου. Κάνω κάτι που με ενδιαφέρει, που μου δημιουργεί περιέργεια. Το πώς το παίρνει ο άλλος είναι δικό του θέμα.

Έχεις πει ότι δεν βάζεις ποτέ στόχους.
Δεν βάζω στόχο, πρέπει ο στόχος να με βρει. Θέλω να προχωράω σαν κάτι να με τραβάει. Ποτέ δεν ξεκινάω από μια απόφαση, αλλά από μια ανάγκη. Όταν με πιέζει κάτι, στρίβω το κεφάλι. Ενώ αν το αφήσω να έρθει μόνο του, κάποια στιγμή πέφτω πάνω του με πάθος. Δεν μπορώ να λειτουργήσω με μακροπρόθεσμους στόχους. Όμως το γεγονός ότι δεν πάω προς τον στόχο δεν σημαίνει πως κάνω ό,τι γουστάρω. Το αντίθετο. Έχω τον νου μου συνέχεια, σαν να υπάρχει κάτι στο πίσω μέρος του μυαλού μου, που μου βάζει τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι. Αλλιώς δεν αναπνέω ελεύθερα. Θέλω πειθαρχία για να είμαι ελεύθερος. Δεν φτιάχνω εγώ το ρεύμα, απλώς έχω μάθει να διαχειρίζομαι το πού με πάει.

Πες μου στ’ αλήθεια γιατί δεν έκανες διεθνή καριέρα; Ευκαιρίες είχες πολλές.
Διότι δεν είμαι ένας πολύ θαρραλέος άνθρωπος. Μικρότερος ήμουν πολύ δειλός, μαλθακό παιδί. Ίσως επειδή είχα έναν αδελφό πολύ θαρραλέο. Επίσης φοβάμαι τα αεροπλά­να. Και έχω τρομακτική ευπάθεια στο πώς θα αντιμετωπίσω ηθοποιούς μεγάλου βεληνε­κούς ή στο πώς θα με αντιμετωπίσουν εκείνοι. Είναι ψεύτικος φόβος, αλλά εγώ τον ένιω­θα. Πάντα έβρισκα δικαιολογίες να μην πηγαίνω έξω, γιατί στην πραγματικότητα δεν μου λείπει. Από την ώρα που έχω προβλήματα εκφραστικά, δεν με απασχολεί αν θα τα λύσω εδώ ή αλλού. Το ταξίδι είναι μέσα μου, δικό μου, και χρειάζομαι χρόνο και ησυχία.

Τι σου λείπει περισσότερο αυτή την εποχή της κρίσης;
Δεν ξέρω να σου πω, διότι υπάρχει αυτό το πρόβλημα με την αρρώστια. Αυτό που μπο­ρώ να σου πω είναι ότι με κούρασε όλη αυτή η προσπάθεια να μπαίνω μέσα στο μυαλό του άλλου, πράγμα πολύ ενοχλητικό γι’ αυτόν και πολύ εξαντλητικό για μένα. Θα πρέπει να βρω έναν άλλο τρόπο δουλειάς, που θα επιφέρει βεβαίως λιγότερα αποτελέσματα, αλλά θα έχω την υγεία μου.

Τα οικονομικά σου σε αγχώνουν;
Είναι φρίκη τα οικονομικά μου. Μέχρι τώρα πλήρωνα πάντα όλους τους συνεργάτες μου διότι σέβομαι πολύ τη δουλειά του άλλου. Τώρα για πρώτη φορά στη ζωή μου χρωστάω, σταμάτησα και να παίζω κι αυτό δεν βοήθησε… Αυτό που θέλω είναι να παίξω ξανά στο «Θερμοκήπιο» του Πίντερ, δεν έχω τελειώσει ακόμα μ’ αυτό το έργο, αλλά θα πρέπει πρώτα να μάθω αν μπορώ.

Μια τελευταία ερώτηση: Γιατί δεν άφησες ποτέ τη μητέρα σου να σε δει στο θέατρο;
Πώς, ήρθε σε μια παράσταση που δεν έπαιζα! Ποιος ξέρει τι κρύβεται πίσω απ’ αυτό; Με­ρικά πράγματα τα υποπτεύεσαι χωρίς να δίνεις εξήγηση και είναι καλύτερα νομίζω. Δεν ξέρω γιατί δεν την άφηνα. Με άγχωνε μάλλον το να με δει ξαφνικά να βγαίνω στο κοινό και να κάνω μια πράξη πιο θαρραλέα απ’ αυτές που έκανα στη ζωή μου. Με σόκαρε το πώς θα την έκανα να νιώσει.


 Συνέντευξη στην Κατερίνα Αγγελιδάκη
το ΠΟΝΤΙΚΙ
ΔΕΥΤΕΡΑ, 10 Σεπτεμβρίου 2012